ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενδοσκοπος

Δεν προέκυψε -και δεν επρόκειτο να προκύψει- τίποτε το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον από τη συνάντηση που είχαν στη Θεσσαλονίκη την περασμένη Πέμπτη οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Τουρκίας. Δεν υπήρχε ατζέντα θεμάτων για τη συνομιλία τους και αυτό διότι καμιά πλευρά δεν είχε λόγο στην παρούσα συγκυρία να ανοίξει επισήμως συζήτηση για κάποιο συγκεκριμένο θέμα. H συνάντηση, που έγινε στο περιθώριο μιας διαβαλκανικής διάσκεψης, έδωσε μόνο την ευκαιρία για μία ανεπίσημη, χαλαρή, κουβέντα των δύο ηγετών σε «φιλικό κλίμα». Σε μία περίοδο μεγάλων προβλημάτων του τουρκικού καθεστώτος, με την Τουρκία αμετακίνητη στις θέσεις της στην υπόθεση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και στο ζήτημα της Κύπρου, και με την Αθήνα να μην έχει κάτι νέο να ζητήσει ή να προτείνει στην τουρκική πλευρά, οι κ. Κώστας Καραμανλής και Ταγίπ Ερντογάν δεν είχαν υλικό για μία ουσιαστική πολιτική συζήτηση επί διμερών θεμάτων.

Οι δύο πρωθυπουργοί φαίνεται να μην έχουν αυτή την ώρα κάποιο ιδιαίτερο λόγο να μη διατηρούν ένα φιλικό κλίμα σε προσωπικό επίπεδο. Και, πάντως, καλώς ανταλλάσσουν απόψεις μεταξύ τους. Τα ελληνοτουρκικά ζητήματα παραμένουν επισήμως σε «νεκρό σημείο». Τουλάχιστον, για την ελληνική πλευρά αυτό αποτελεί δεδομένο. Κατά συνειδητή κυβερνητική επιλογή. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η Αγκυρα δεν αξιοποιεί κατά το δυνατόν από τη δική της πλευρά τα δεδομένα αυτής της περιόδου.

Η Αγκυρα δεν κάνει σήμερα χρήση κάποιας οξείας ρητορείας έναντι της Αθήνας, αλλά κρατά ανοικτά τα επιθετικά της μέτωπα προς τη χώρα μας. Οπως πάντοτε, η τουρκική πολιτική διακρίνεται για τη σταθερότητα των στόχων της και για την ψύχραιμη εκτίμηση της αξίας του ιστορικού χρόνου στην πολιτική απέναντι στους «ασταθείς» Ελληνες. Ετσι τώρα, μπορεί μεν να μη σημειώνονται θεαματικά «επεισόδια» στο Αιγαίο, να μην υπάρχουν ακόμη οργανωμένες δημόσιες εκδηλώσεις «ερεθισμού» των μουσουλμάνων της Θράκης, μπορεί να μην υπάρχει στρατιωτική ένταση στην Κύπρο, όμως το τουρκικό καθεστώς δεν εννοεί τη «βελτίωση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων συνδυαζόμενη με αλλαγές των στόχων του.

Σήμερα στο Αιγαίο, η τουρκική απειλή του «casus belli» δεν έχει αποσυρθεί, οι παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου παραμένουν πυκνές, οι τουρκικές διεκδικήσεις στις περιβόητες «γκρίζες ζώνες» το ίδιο ισχυρές και αμετακίνητες, στη Θράκη η Αγκυρα ενισχύει διαρκώς τις προκλητικές «ηγεμονικές» πολιτικές του Γ. Προξενείου Κομοτηνής στην κοινωνία των μουσουλμάνων, μέσα στην Τουρκία «ροκανίζει» τα υπολείμματα της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Είναι σαφές ότι το τουρκικό καθεστώς ουδόλως έχει συγκινηθεί από το γεγονός ότι η Αθήνα τα τελευταία χρόνια θερμά υποστηρίζει την «ευρωπαϊκή προοπτική» της γείτονος, αποφεύγοντας όσο αυτό είναι δυνατόν να φέρει εμπόδια στην ενταξιακή πορεία της στην E.E. Είναι ξεκάθαρο ότι η Αγκυρα δεν θεωρεί πως κάτι «χρωστάει» στην Ελλάδα. (Και ακόμη περισσότερο, προσφάτως ο κ. Ερντογάν είχε δηλώσει σε ομιλία του στην Τουρκία, ότι η ελληνική πλευρά φέρνει και… εμπόδια στην ομαλή ενταξιακή πορεία της χώρας του στην Ε.Ε.).

Στην Αθήνα, ο πρωθυπουργός κρατάει σε ισχύ και σήμερα το «δόγμα Μολυβιάτη» και έτσι αντιμετωπίζει μετριοπαθώς το τουρκικό «πακέτο» σε όλα τα μέτωπα (Αιγαίο, Θράκη, Κύπρο, Ευρώπη). Παραμένει, λοιπόν, για τον κ. K. Καραμανλή ισχυρή η εκτίμηση ότι σε τούτη τη φάση ο παράγων χρόνος δεν είναι στο πλευρό της Τουρκίας. Αποφεύγει γι’ αυτό κάθε δέσμευσή του για επίσημη συζήτηση με την τουρκική ηγεσία στη βάση οριζόμενης πολιτικής ατζέντας. Τηρείται και σήμερα η «ευρωπαϊκή» τακτική, κατά την οποία η Αθήνα θα πρέπει να αποφεύγει συστηματικά διμερείς συζητήσεις με την Αγκυρα εκεί όπου υπάρχουν θέματα ελληνοτουρκικού ενδιαφέροντος μεν, αλλά τώρα συνδεόμενα με υποχρεώσεις της Τουρκίας στο πεδίο των ενταξιακών διαπραγματεύσεών της με την E.E., όπως π.χ. ζητήματα δικαιωμάτων μειονοτήτων.

(Στο πλαίσιο αυτό, άλλωστε, ο κ. K. Καραμανλής στη συνάντηση που είχε με τον κ. Ερντογάν στη Θεσσαλονίκη αρνήθηκε την επίμονη πρόταση του Τούρκου ομολόγου του για μία διμερή συζήτηση Αθήνας-Αγκυρας, που θα αφορούσε το τουρκικό αίτημα για εκλογή των μουφτήδων στη Θράκη. Ηταν αυτό το θέμα το δυσάρεστο -όπως μαθαίνουμε- σημείο τής, κατά τα άλλα φιλικής συνομιλίας Καραμανλή – Ερντογάν).

Η ελληνική κυβέρνηση περιμένει να δει πώς θα εξελίσσεται έως το τέλος του χρόνου η υπόθεση της πορείας των ενταξιακών διαπραγματεύσεων μεταξύ E.E. και Τουρκίας – για την οποία, όμως, είτε το θέλει είτε όχι, θα έχει κι αυτή λόγο. Το πώς και πόσο έντονα θα «αντιδρούσε» η Αγκυρα, αν η «ευρωπαϊκή πορεία» της θα στράβωνε προσεχώς, είναι ένα αναπάντητο, αγχώδες ερώτημα, που έχει οδηγήσει την Αθήνα σε μια ακινησία, τα αποτελέσματα της οποίας θα κριθούν επίσης προσεχώς – και όχι σε ένα μόνο πολιτικό μέτωπο.