ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανεμοδεικτης

Δεν πρόκειται ποτέ να κατανοήσουμε τι σόι «πολιτική» είναι να αρνείσαι να πάρεις μέρος σε έναν διάλογο, για το όποιο θέμα. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι διαθέτεις όλα τα απαραίτητα στοιχεία πως ο διάλογος θα εξελιχθεί προγραμματισμένα σε μια μεθόδευση επιβολής μονομερώς συγκεκριμένων απόψεων και λύσεων της μιας, της ισχυρής, πλευράς, η λογική προσέγγιση του ζητήματος είναι να συμμετάσχεις, να παραθέσεις τις θέσεις και τα επιχειρήματά σου, να πείσεις τους άλλους συμμετέχοντες και την κοινωνία πως η διαδικασία είναι «στημένη» (αν μπορείς να το αποδείξεις, και όχι απλώς… να το καταγέλλεις) και σε μια τέτοια περίπτωση να αποχωρήσεις, για να μη νομιμοποιήσεις διά της συμμετοχής σου μια προαποφασισμένη κατάληξη. Το να σπεύδεις να δηλώνεις πως δεν παίρνεις μέρος πριν καλά-καλά αρχίσει η τυπική διαδικασία και πριν ανοίξουν όλες οι πλευρές τα χαρτιά τους, δεν είναι πολιτική, είναι μικροκομματικός πολιτικαντισμός.

Το… διαπράττουν πολύ συχνά τα κόμματα, ακόμη και για ζητήματα απολύτως καυτά και επίκαιρα, όπως τώρα με τον διάλογο που άρχισε για το ασφαλιστικό. Το KKE ξεκαθάρισε με ένα νέο σκέτο «όχι» πως δεν πρόκειται να πάρει μέρος, ο ΣΥΝ κατήγγειλε τον διάλογο ως «παρωδία» και αρνήθηκε κι αυτός να συμμετάσχει. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει πως στη διάρκεια του διαλόγου δεν θα εμφανισθούν και τα δύο αυτά κόμματα με απόψεις, θέσεις – αντιθέσεις στις όποιες προτάσεις πέσουν στο τραπέζι για εξέταση – απλώς, θα το «παίξουν» (ας μας επιτραπεί η εκτίμηση…) εκ του ασφαλούς. Χωρίς την όποια φθορά (αν υποτεθεί πως το να κάτσεις σε ένα τραπέζι και να συζητάς ακόμη και για πράγματα στα οποία έχεις διαφορετική άποψη και προτάσεις συνιστά φθορά…) και με το ασφαλές δικαίωμα να λες «μετά» την όποια κατάληξη ότι «δίκιο είχαμε που δεν πήραμε μέρος». Αν δεν μετέχεις, δεν κινδυνεύεις να… δυσαρεστήσεις κανέναν με τα όσα θα έπρεπε να πεις και να υποστηρίξεις. Τα όσα και τα όποια.

Μια περίπου ανάλογη στάση είχε επιδειχθεί και την προηγούμενη φορά που το ασφαλιστικό (πρόβλημα που, κατά τα άλλα, άπαντες χαρακτηρίζουν και αξιολογούν ως το μεγαλύτερο που αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία, ως «βόμβα» που αν δεν κάνουμε κάτι πολύ σύντομα θα σκάσει στα χέρια μας) είχε πάλι τεθεί επί τάπητος, το 2002, όταν η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ («τσουρουφλισμένη» και η ίδια στο έπακρο από την πρώτη απόπειρα νομοθετικής ρύθμισής του που είχε επιχειρήσει, επί υπουργίας Τάσου Γιαννίτση) φάνηκε αποφασισμένη να πάρει κάποια, εμβαλωματικά και προσωρινά (όπως άλλωστε αποδείχθηκε πολύ σύντομα…) μέτρα. H Ν.Δ. ως αντιπολίτευση είχε επιμελώς αποφύγει να πάρει συγκεκριμένη θέση και να αναδείξει την όποια δική της εναλλακτική προς την κυβερνητική πρόταση, την οποία και θα εφάρμοζε όταν αυτή αναλάμβανε τις κυβερνητικές ευθύνες. Δεν συμφωνούσε με τα μέτρα και τον νόμο του ΠΑΣΟΚ, έβγαινε και κατήγγελλε τις δυσμενείς και αντιλαϊκές πιθανότατα επιπτώσεις που θα είχε, αλλά κάτι το απολύτως συγκεκριμένο και «εναλλακτικό» δεν πρόβαλε – απλώς παρέπεμπε γενικώς και αορίστως στο κυβερνητικό της πρόγραμμα, γενικόλογο και αόριστο (όπως όλα τα κυβερνητικά προγράμματα των ελληνικών πολιτικών κομμάτων – και δη της αντιπολίτευσης…) και εν πάση περιπτώσει κάθε άλλο παρά κοινό κτήμα της ελληνικής κοινωνίας…

Επειδή έχει γίνει λίγο… της μόδας τα τελευταία χρόνια να κατηγορούνται τα συνδικαλιστικά όργανα για αδιαλλαξία και «κάθετη» αντίθεση σε όποια πρόταση πέφτει στο τραπέζι, προκειμένου να προσεγγισθούν και επιλυθούν υπαρκτά και μεγάλα προβλήματα, τόσο στο εργασιακό όσο και στο ασφαλιστικό, θα πρέπει να αναγνωρισθεί στη ΓΣΕΕ ότι γενικώς, και πέρα και άσχετα με μεμονωμένα φαινόμενα «συνδικαλιστικής γυμναστικής» σε επιμέρους ζητήματα, το τελευταίο διάστημα επιδεικνύει μια πολύ σοβαρή και υπεύθυνη στάση (πρόσφατα, το απέδειξε με τις τοποθετήσεις της αναφορικά με το ζήτημα της αντιμετώπισης των ανέργων στη Νάουσα…), εμφανίζεται πρόθυμη για διάλογο και ανταλλαγή απόψεων, οι επιστημονικές ομάδες και το ινστιτούτο εργασίας της κάνουν πολύ σοβαρή και υπεύθυνη δουλειά διαπίστωσης, περιγραφής και ανάλυσης των διαφόρων προβλημάτων, εκφράζει θέσεις και διατυπώνει προτάσεις που -τουλάχιστον σε σύγκριση με το παρελθόν- εντυπωσιάζουν.

Τέτοια συμπεριφορά επιδεικνύει σε γενικές γραμμές και τώρα (για να μη μείνει κανείς, επιφανειακά, σε συγκεκριμένες ρητορικές οξύνσεις, που μπορούν να δικαιολογηθούν με τη λογική της συνδικαλιστικής διαδικασίας…) και πραγματικά αποτελεί για όλους μια πρώτης τάξεως ευκαιρία ο διάλογος που ξεκίνησε, να προχωρήσει δημιουργικά και παραγωγικά, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκην (κάτι, πάντως, που παραμένει ως ευχή…) ότι στο τέλος της διαδικασίας του θα υπάρξει πλήρης ομοφωνία και συναπόφαση για τα όποια μέτρα πρέπει να ληφθούν.

Ας αφήσουν, επιτέλους, όλες οι πλευρές τα «καμώματα» και τις «μαχητικές» διακηρύξεις περί «μέχρις εσχάτων» υπεράσπισης των όποιων «κεκτημένων» (χωρίς να μπαίνει κανείς στον κόπο να εξετάσει το πότε, πώς και υπό ποιες συνθήκες «εκτήθησαν»…) και ας κάτσουν κάτω να βρουν λύσεις και διεξόδους για ένα αδιέξοδο που δεν «φαίνεται» στην άκρη του τούνελ, αλλά αν είναι κάποιος ρεαλιστής το… βλέπει ήδη να ‘χει καθήσει απειλητικά στην καθημερινότητά μας. Καλώς ή κακώς, το συγκεκριμένο πρόβλημα, με τις πολυεπίπεδες διακλαδώσεις και τις ιδιαιτερότητές του, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί με όρους της τρέχουσας πολιτικής – επικοινωνιακής πραγματικότητας – απαιτεί θάρρος, προβλεψιμότητα, ριζικές αποφάσεις και τη συναποδοχή πως, εδώ που φθάσαμε, κάποιοι (ας φροντίσουμε να είναι οι λιγότεροι και με τη μικρότερη δυνατή αδικία) αναπόφευκτα θα κληθούν να πληρώσουν το τίμημα του επί 10ετίες ωχαδερφισμού μας…