ΑΠΟΨΕΙΣ

Είμαστε ό,τι… οι δρόμοι μας

Κάθε αθηναϊκή μέρα γεννιέται μέσα στην παράνοια της τυφλής βιασύνης και το κυκλοφοριακό χάος και σβήνει μέσα στο ρυπαρό «κορεσμό» των δημόσιων χώρων και το αδιέξοδο της στάθμευσης. Ωστόσο, αν και πάσχοντες, δεν αντιδρούμε, δεν απαιτούμε μια θεραπεία από τα επακόλουθα της «ασθένειας» που κατατρώει τις ώρες μας. Δεν θέλουμε με κανένα τρόπο να εγκαταλείψουμε την ακριβοπληρωμένη βολή μας. Εγωιστικά και κοντόθωρα βάζουμε καθημερινά το λιθαράκι του παραλογισμού, της αυθαιρεσίας, της διάλυσης στην κοινή μας ζωή, ακυρώνοντας κάθε προσπάθεια για ανθρώπινη επιβίωση.

Και η τραγωδία στους δρόμους συνεχίζεται. Ως πεζοί δίνουμε τη μάχη του ασφαλούς βαδίσματος, παλινδρομώντας από το οδόστρωμα στα στενά κακοφτιαγμένα πεζοδρόμια, ανάμεσα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα και δίκυκλα, τραπεζοκαθίσματα, ξεχασμένα μπάζα, σκουπίδια, λακκούβες. Ως εποχούμενοι μπουσουλάμε αργά ανάμεσα σε διπλο- και τριπλο-παρκαρισμένα αυτοκίνητα, αιφνιδιαζόμαστε από απρόσμενες αντικανονικές στάσεις μπροστινών οχημάτων, μένουμε για ώρα (σχεδόν αδιαμαρτύρητα) πίσω από σταματημένα φορτηγά που ξεφορτώνουν εμπορεύματα εκτός ωραρίου τροφοδοσίας καταστημάτων (προβλήματα δημιουργούνται ακόμη κι όταν τηρείται το ωράριο). Μέχρι 8% παραπάνω επιβάρυνση στην κυκλοφορία προκαλούν τα φορτηγά που τροφοδοτούν τα μαγαζιά σε ώρες αιχμής, δημιουργώντας τριτοκοσμικές καταστάσεις στην πόλη. Τι θα έπρεπε να γίνει; Η τροφοδοσία να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της νύχτας, σε ειδικές ζώνες εισόδου και στάθμευσης, όπως γίνεται σε όλες τις πολιτισμένες χώρες του κόσμου κι όπως γινόταν κατά τον ολυμπιακό Αύγουστο του 2004. Αλλά προβάλλεται πάντα το πρόσχημα του ελλιπούς κράτους – δεν μπορεί να υπάρξει επαρκής έλεγχος (λογιστικός, φορολογικός) στις συναλλαγές αυτού του τύπου μεταμεσονύχτια.

Καταστάσεις που επιβεβαιώνουν ότι είναι… προνόμιο να ζεις σ’ αυτόν τον τόπο, όπου οι ίδιες οι Αρχές μεροληπτούν· χαρίζεται ο αστυνόμος, ρουσφετολογεί ο δήμαρχος, δημηγορεί ο πολιτευτής… Στο 55% των δρόμων της Αθήνας η κυκλοφορία των οχημάτων γίνεται μόνο σε μία λωρίδα λόγω παράνομης στάθμευσης. Στο λεκανοπέδιο πραγματοποιούνται 1,6 σταθμεύσεις αυτοκινήτων, από τις οποίες το 80% στους δρόμους (παράνομα, κυρίως). Για τα 2,5 εκατ. Ι.Χ. του λεκανοπεδίου διατίθενται μόνο 265.000 θέσεις πάρκινγκ σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους. Σε οργανωμένα πάρκινγκ καταφεύγει μόνο το 2% των οδηγών.

Η αστυνόμευση δεν είναι μεθοδευμένη και συστηματική, παρά μόνον εισπρακτική. Δεν υπάρχει πρόγραμμα επιλεκτικού ελέγχου σε φορτωμένους δρόμους, στροφές λεωφορείων, ράμπες για τη διευκόλυνση ατόμων με κινητικά προβλήματα. Σε κάποιες περιπτώσεις μοιάζει να βολεύει η ελεγχόμενη παρανομία (και όχι η εξάλειψή της), αφού τα έσοδα είναι πολλά από τις κλήσεις – οι οδηγοί της Αττικής πληρώνουν κατ’ έτος περί τα 25 εκατ. ευρώ για παράνομη στάθμευση.

Είναι ν’ αναρωτιέται κανείς γιατί η Πολιτεία καθυστερεί τόσο πολύ να κατασκευάσει νέα πάρκινγκ και σταθμούς μετεπιβίβασης, γιατί δεν ενθαρρύνει τους ιδιώτες που ενδιαφέρονται να δημιουργήσουν ιδιωτικούς σταθμούς αυτοκινήτων. Γιατί δεν βρίσκει λύσεις για τις πυκνοδομημένες περιοχές όπου η ζήτηση καλπάζει και οι πολίτες δεν έχουν άλλες επιλογές.

Φταίει μόνο η ανοργανωσιά, η ανεπάρκεια ή παρεισφρέει, όπως και αλλού, η ιδιοτέλεια και η πώρωση;