ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελληνικός αμανές για το τζαμί…

Το αίτημα για τη δημιουργία μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα, το οποίο υπέβαλε για μια ακόμη φορά την εβδομάδα αυτή η Μουσουλμανική Ενωση Ελλάδος, συγκεντρώνοντας 10.000 υπογραφές, συμπληρώνει εφέτος «ιστορία» 30 ετών. Είναι δε σαφώς αποσυνδεδεμένο έναντι του σχετικού αιτήματος που διατύπωσε προ ημερών στη Θεσσαλονίκη ο Τούρκος πρωθυπουργός κ. Ερντογάν. Υποβλήθηκε για πρώτη φορά το 1976 από τους Αραβες πρέσβεις στην Αθήνα. Εξ αρχής την πρωτοκαθεδρία για την προώθηση του αιτήματος ανέλαβε η Σαουδική Αραβία, η οποία και υπέβαλε στο υπουργείο Εξωτερικών το 1983 μελέτη και σχέδιο δημιουργίας ισλαμικού ιδρύματος και τεμένους. Προηγουμένως, το 1983, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να εκχωρήσει ακίνητο στο Μαρούσι. Υστερα από αντιδράσεις τοπικών παραγόντων η ανέγερση του τεμένους στο Μαρούσι ματαιώνεται και έκτοτε οι ελληνικές κυβερνήσεις υποτίθεται ότι αναζητούν το κατάλληλο οικόπεδο. Ετσι, έχουμε διαδοχικά το τέμενος να «μετακινείται» από τον Αλιμο (1988), στην Καλογρέζα (1992), στο Κορωπί (1993) και στην Παιανία (1998).

Στο διάστημα της 30ετούς «εκκρεμότητος» οι Ελληνες υπουργοί και υφυπουργοί Εξωτερικών (Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, Καρ. Παπούλιας, Βιργινία Τσουδερού, Θεοδ. Πάγκαλος, Γ. Παπανδρέου, Πέτρος Μολυβιάτης και Ντόρα Μπακογιάννη) δέχονται αλλεπάλληλα και επίμονα διαβήματα από τους πρέσβεις των αραβικών χωρών για την προώθηση του θέματος και εξ’ ίσου στερεοτύπως διαβεβαιώνουν τους ενδιαφερομένους ότι η απόφαση είναι ειλημμένη και θα πραγματοποιηθεί. Και πράγματι.

Το 2000 ψηφίσθηκε ο νόμος 2833 που προβλέπει την ίδρυση Ισλαμικού Πολιτιστικού Κέντρου (όπου συμπεριλαμβάνεται και τέμενος) στη δασική περιοχή Χούσμουζα της Παιανίας, τα έξοδα δε της κατασκευής ανέλαβε η Σαουδική Αραβία. Επιπλέον, τον Ιούνιο του 2003 το υπουργείο Εξωτερικών, σε συνεργασία με τους πρέσβεις των αραβικών κρατών, συνέταξε τον Οργανισμό Λειτουργίας του Κέντρου.

Πού, λοιπόν, προσκρούει σήμερα το θέμα; Δυστυχώς οι υφιστάμενες δύο εκδοχές για την καθυστέρηση είναι ήκιστα κολακευτικές για τη συνέπεια και τον τρόπο λειτουργίας του ελληνικού κράτους (Διότι φυσικά οι αραβικές χώρες, δεν κάνουν διάκριση μεταξύ κυβερνήσεων και υπουργών, όταν τους παρέχεται από το 1976 η διαβεβαίωση ότι «ουδέν πρόβλημα» υπάρχει για τη δημιουργία ισλαμικού τεμένους και διαπιστώνουν επί 30ετία ότι «ουδέν γίνεται». Καταλογίζουν την «εκκρεμότητα» ως αναξιοπιστία ή -ακόμη χειρότερο- ως εμπαιγμό του ελληνικού κράτους). Κατά την πρώτη, λοιπόν, εκδοχή η εκπλήρωση της ελληνικής υποσχέσεως, (ή -επί το ορθότερον- της υποχρεώσεως, αφού το Σύνταγμά μας θεσπίζει την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως και τελέσεως της λατρείας, όπως και τον σεβασμό όλων των λοιπών ανθρωπίνων δικαιωμάτων), οφείλεται στις αντιδράσεις των κατοίκων των περιοχών, οι οποίες ορίσθηκαν διαδοχικά για την ανέγερση του τεμένους. Στο ενδεχόμενο αυτό συνηγορεί και η τελευταία πρόταση της υπουργού Εξωτερικών της κ. Μπακογιάννη, όπως η ικανοποίηση του αιτήματος των μουσουλμανικών κρατών ικανοποιηθεί με την επαναλειτουργία του υφισταμένου στο Μοναστηράκι τζαμιού. Κατά τη δεύτερη -και διόλου άσχετη με την πρώτη- εκδοχή η παράταση της εκκρεμότητος οφείλεται στις ενστάσεις της Ελληνικής Εκκλησίας. Πράγματι, αμέσως μετά τη σύνταξη του Οργανισμού Λειτουργίας του Ισλαμικού Πολιτιστικού Κέντρου, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλος επισκέφθηκε τον Ιούλιο του 2003 τον τότε υπουργό Εξωτερικών κ. Γ. Παπανδρέου και του διατύπωσε τις επιφυλάξεις του πρώτον για την τοποθεσία του τεμένους (Παιανία), δεύτερον για τη σαουδαραβική πρωτοκαθεδρία και τρίτον για το ενδεχόμενο εκτροπής της πολιτιστικής δραστηριότητος του Κέντρου. «Κατά τ’ άλλα» ο κ. Χριστόδουλος διαβεβαίωσε τον σημερινό πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ότι η Εκκλησία δεν εναντιώνεται στην ανέγερση τεμένους.

Ωστόσο, κατά παράδοξη σύμπτωση μεταξύ αντιδράσεων κατοίκων και εκκλησιαστικών επιφυλάξεων, στον δασικό χώρο που είχε παραχωρηθεί στην Παιανία από το Ελληνικό Δημόσιο για την κατασκευή του τεμένους, διαπιστώθηκε προ έτους ότι ήδη έχει ανεγερθεί, προφανώς αυθαίρετα, ορθόδοξος ναός(!) Εξ’ ίσου περίεργη σύμπτωση συνιστά το γεγονός, ότι ενώ επί τριάντα χρόνια το θέμα το χειρίζεται το υπουργείο Εξωτερικών, αιφνιδίως άρχισε να το διεκδικεί ως αποκλειστική και αναφαίρετη αρμοδιότητά της, η υπουργός κ. Μαριέττα Γιαννάκου, η οποία δήλωσε προ εβδομάδων ότι «η ευθύνη για την έκδοση αδειών λειτουργίας ναών και ευκτηρίων οίκων ανήκει στο υπουργείο Παιδείας»…

Αν υπάρχει κάποια τρίτη και άγνωστη εκδοχή, όπως π.χ. μια μεταβολή δεδομένων, η οποία υποχρεώνει τη χώρα μας να επανεξετάσει το ζήτημα, οφείλουμε να τη γνωστοποιήσουμε επίσημα και υπεύθυνα στα αραβικά κράτη. Εκείνο που δεν έχει δικαίωμα να κάνει το ελληνικό κράτος είναι να «αντιμετωπίζει» διπλωματικώς το θέμα ως μακρόσυρτο, ατελεύτητο και -μονοτόνως επαναλαμβανόμενο- αμανέ.