ΑΠΟΨΕΙΣ

Σύνδρομο συναντήσεων

Η δεύτερη συνάντηση -εντός ενός δεκαημέρου- των πρωθυπουργών Ελλάδος κ. Κ. Καραμανλή και Τουρκίας κ. Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Βιέννη τη φορά αυτή, ουδόλως δικαιολογείται από την ανακοίνωση της ελληνικής πλευράς περί του περιεχομένου των συνομιλιών.

Ουδείς μπορεί να δεχθεί ότι ο κ. Ερντογάν εζήτησε συνάντηση προκειμένου να συζητήσει περί της τουριστικής συνεργασίας των δύο χωρών, αποσυμφορίσεως της διακινήσεως τροχοφόρων στη γέφυρα του Εβρου και άλλα συναφή.

Ούτε όμως είναι δυνατόν να διανοηθεί κανείς ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει εμπλακεί σε ένα διάλογο επί ουσιαστικών θεμάτων με την Τουρκία και ότι μεθοδικώς παραπλανά τους Ελληνες πολίτες, απεργαζόμενη «μειοδοτικές» ρυθμίσεις. Το όλο θέμα είναι απλώς ακατανόητο.

Ο κ. Ερντογάν αντιμετωπίζει, σαφώς, σοβαρά εσωτερικά προβλήματα εν όψει των εκλογών που αναμένεται να πραγματοποιηθούν έως το τέλος του έτους. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι ο Τούρκος πρωθυπουργός επιχειρεί να ανασυνταχθεί και να αποδείξει ότι έχει επιρροή μεταξύ των συμμάχων και φίλων χωρών στις οποίες αυτοσυγκαταλέχθη και η Ελλάς.

Στη Σόφια, προ δεκαημέρου, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής των βαλκανικών χωρών, ο κ. Ερντογάν ζήτησε από τον κ. Καραμανλή να πραγματοποιήσει την επίσκεψή του στην Αγκυρα, αλλά ο Ελληνας πρωθυπουργός ευγενικώς -ως λέγεται- αρνήθηκε. Αντ’ αυτού μεταβαίνει στις 10 Ιουνίου η υπουργός Εξωτερικών κ. Ντόρα Μπακογιάννη επ’ ευκαιρία δημοσιογραφικού συμποσίου στην Κωνσταντινούπολη.

Η κ. Μπακογιάννη θα προβεί ενώπιον ακροατηρίου σε κάποιες τοποθετήσεις, θα απαντήσει σε ερωτήσεις, τα τουρκικά ΜΜΕ θα σχολιάσουν τις θέσεις της, το ίδιο θα συμβεί και με τα ελληνικά ΜΜΕ και θα έχει κατ’ αυτόν τον τρόπο προωθηθεί η «διπλωματία των πολιτών».

Πέραν όμως αυτών, θα συζητηθούν και θέματα ουσίας, αφού προβλέπεται συνάντηση με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών κ. Αμπντουλάχ Γκιουλ. Θα ήταν ευκταίο να μην υπάρξουν στρατιωτικές προκλήσεις, όπως όταν είχε επισκεφθεί την Αγκυρα ο προκάτοχός της κ. Πέτρος Μολυβιάτης, αλλά περί αυτού δεν είναι δυνατόν να υπάρξει βεβαιότης.

Βεβαίως, ο διάλογος είναι απαραίτητος σε κάθε περίπτωση, μόνον που κατά την παρούσα συγκυρία προεκλογικές -και όχι μόνον- ανάγκες έχουν αυξήσει το περιεχόμενο των αιτημάτων της τουρκικής ημερησίας διατάξεως, πέραν των παγίων προβλημάτων που αφορούν την ασφάλεια του Αιγαίου και την τουρκική στάση έναντι της Κύπρου στο πλαίσιο της Ε.Ε.

Στην Σόφια ο κ. Ερντογάν έθεσε το θέμα εκλογής των μουφτήδων στη Δυτική Θράκη από τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητος και ο κ. Καραμανλής δεν ανταποκρίθηκε, αλλά ο Τούρκος πρωθυπουργός επανήλθε στη Βιέννη.

Το νέο θέμα που ήγειρε ο κ. Ερντογάν προχθές ήταν η αντίθεσή του στην αποκάλυψη μνημείου στη Θεσσαλονίκη στη μνήμη των σφαγιασθέντων από τους Τούρκους Ελλήνων του Πόντου, με το επιχείρημα ότι υπάρχει ευαισθησία για ζητήματα αυτής της μορφής στην Τουρκία.

Είναι προφανές ότι σε κανένα από τα προαναφερθέντα θέματα -μουσουλμανική μειονότητα, μνήμη σφαγιασθέντων Ελλήνων- ο κ. Ερντογάν δεν είναι δυνατόν να έχει την «κατανόηση» της ελληνικής πλευράς, διότι προφανώς στόχος της κυβερνήσεως του κ. Καραμανλή δεν μπορεί να είναι η πολιτική επιβίωση του Τούρκου πρωθυπουργού.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο ζήτημα που απασχολεί την τουρκική πλευρά και περί του οποίου δεν έγινε δημοσίως μνεία, μετά τη συνάντηση των δύο πρωθυπουργών.

Η ευρωπαϊκή πορεία της Αγκυρας περνά από σοβαρή δοκιμασία. Η Γερμανίδα καγκελάριος κ. Αγκελα Μέρκελ, στην ομιλία της την Ημέρα της Ευρώπης, τόνισε την ανάγκη να προσδιορισθεί πού σταματούν τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, διευκρινίζοντας ότι θα πρέπει να καταστεί σαφές σε ορισμένες χώρες -υπονοώντας την Τουρκία- ότι είναι «αδύνατη η ένταξή τους στην Ε.Ε. στο προσεχές μέλλον».

Πέραν της Γερμανίας, παρόμοιες απόψεις εκφράζονται στη Γαλλία, στην Αυστρία και στην Ολλανδία και είναι προφανές ότι η Αγκυρα επιθυμεί να διασφαλίσει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα παρεκκλίνει από την πολιτική της ενθέρμου υποστηρίξεως της εντάξεως της Τουρκίας στην Ε.Ε.

Ολα αυτά τα θέματα και όχι η τουριστική συνεργασία ερμηνεύουν γιατί ο κ. Ερντογάν ζήτησε νέα συνάντηση με τον κ. Καραμανλή μέσα σε δέκα ημέρες. Το ερώτημα είναι εάν η ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει εκθύμως την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. ή θα υιοθετήσει κάποιον σκεπτικισμό, ιδιαίτερα αφού κατέστη πλέον σαφές ότι η ενταξιακή διαδικασία δεν έχει επιφέρει καμία αλλοίωση της τουρκικής συμπεριφοράς έναντι της Ελλάδος ή της Κυπριακής Δημοκρατίας.