ΑΠΟΨΕΙΣ

Εμεις

Μπορεί να έχουμε το μακροβιότερο Σύνταγμα στην ελληνική ιστορία, αλλά το γεγονός ότι μέσα σε τριάντα χρόνια χρειάζεται τρίτη αναθεώρηση πρέπει να μας προβληματίσει. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι οι συχνές αλλαγές αφαιρούν κύρος από τον καταστατικό χάρτη της χώρας (και κατά συνέπεια από όλο το νομικό μας πλαίσιο), αλλά το βραχύβιο των προηγούμενων αναθεωρήσεων δείχνει ότι το πολιτικό μας σύστημα βρίσκεται σε κρίση. Σύμπτωμα αυτής της κρίσης είναι και η διαρκής αναθεώρηση.

Τούτο είναι εμφανές και από το γεγονός ότι οι αναθεωρήσεις που έγιναν στο δεύτερο μέρος του Συντάγματος (εκείνο που αφορά τα Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα) υπήρξαν κατά κανόνα επιτυχείς. Παρά τις όποιες τρύπες αντιδημοκρατικότητας άφησαν (π.χ. άρθρο 14 για την ελευθερία του Τύπου, άρθρο 13 με την απαγόρευση προσηλυτισμού, άρθρο 16 για τον κινηματογράφο και τη φωνογραφία κ.ά.) είναι θετικό ότι στο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 2001 προβλέφθηκε επιπρόσθετη προστασία ατομικών δικαιωμάτων από προκλήσεις που θέτει η σύγχρονη τεχνολογία.

Είναι θετικό ότι υπάρχει το άρθρο 5Α (που προβλέπει το δικαίωμα των πολιτών στην πληροφόρηση και στις διακινούμενες ηλεκτρονικώς πληροφορίες) ή το άρθρο 9Α (που προστατεύει τους πολίτες από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση προσωπικών δεδομένων) ή προστέθηκε στο άρθρο 5 η παράγραφος 5 που προβλέπει ότι «καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία κάθε προσώπου έναντι των βιοϊατρικών παρεμβάσεων.»

Στον τομέα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων το μόνο που μπορεί να προσάψει κάποιος στους πολιτικούς είναι πως δεν ήταν αρκούντως τολμηροί, ειδικά στα θέματα της θρησκείας. Δεν είναι μόνο το ανοιχτό θέμα του αποσαφηνισμού των ρόλων κράτους κι Εκκλησίας ή του θρησκευτικού όρκου που έβαλε το ΠΑΣΟΚ. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει λόγος να υπάρχει συνταγματική διάταξη που να επιτάσσει ότι «H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει (…) τα χρηστά ήθη». Από τη στιγμή που ο κανονιστικός χάρτης της χώρας διαπιστώνει, ως μη όφειλε, ότι επικρατούσα θρησκεία είναι αυτή της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, κάθε άλλο τυπικό μπορεί να θεωρηθεί -τώρα ή στο μέλλον- ότι προσβάλλει τα χρηστά ήθη.

Εκεί που το Σύνταγμα αναθεωρείται και επαναθεωρείται είναι στο τρίτο του μέρος, εκείνο που αφορά την «οργάνωση και τις λειτουργίες της Πολιτείας». Κι αυτό διότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις οι πολιτικοί ξεφορτώνονται τις ευθύνες των και τις φορτώνουν στον καταστατικό μας χάρτη.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τον παραπάνω ισχυρισμό. Το ασυμβίβαστο είναι ένα από αυτά. Βεβαίως και είναι λογική η απαίτηση των πολιτών να μην έχουν δεύτερη δουλειά οι βουλευτές τους. Μόνο που αυτό το πρόβλημα είναι πολιτικό και όχι θεσμικό. Οι ίδιοι οι ψηφοφόροι πρέπει να τιμωρούν τους «διπλοθεσίτες» βουλευτές. Τα κόμματα πρέπει να σκεφθούν πόση ζημιά παθαίνουν όταν ένας εκπρόσωπός τους αγορεύει στα δικαστήρια και να απαγορεύσουν τέτοιες πρακτικές. Δεν είναι ανάγκη να φορτωθεί το Σύνταγμα ένα πρόβλημα του πολιτικού συστήματος. Ενα άλλο παράδειγμα είναι η απαγόρευση μονιμοποίησης των συμβασιούχων που προβλέφθηκε από το προηγούμενο Σύνταγμα. Επειδή οι κατά καιρούς κυβερνώντες δεν θέλουν να αναλάβουν το πολιτικό κόστος μιας σθεναρής στάσης απέναντι σε λαϊκίστικες πιέσεις, μετέφεραν στο Σύνταγμα το αυτονόητο: ότι οι συμβασιούχοι προσλαμβάνονται για μια συγκεκριμένη δουλειά και όταν την τελειώσουν, τελειώνει η σύμβασή τους.

Ακόμη και η παράγραφος 9 του άρθρου 14 περί βασικού μετόχου, διά της πλαγίας, πρόβλημα του πολιτικού συστήματος προσπάθησε να επιλύσει: Την αθέμιτη επιρροή που ασκούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στους πολιτικούς.

Νέο παράδειγμα: Προτείνει η Νέα Δημοκρατία αναθεώρηση της πρώτης παραγράφου του άρθρου 20 «με κατεύθυνση την καθιέρωση -με εκτελεστικό νόμο- εύλογου χρόνου, εντός του οποίου να παρέχεται η προσωρινή δικαστική προστασία». Δηλαδή χρειάζεται συνταγματική ρύθμιση για να κάνουν καλά τη δουλειά τους οι δικαστές; Κι αν χρειάζεται ρύθμιση, δεν αρκεί ο κοινός νομοθέτης;

Τα προβλήματα του πολιτικού μας συστήματος είναι πολλά. Το κύριο όμως είναι πως λείπει η κεντρική ιδέα για τον ρόλο που πρέπει να έχει το κράτος σε μια περίοδο μεγάλων παγκόσμιων αλλαγών και διαρκούς ρευστότητας. Γι’ αυτό ίσως η συζήτηση περί της νέας αναθεώρησης πρέπει να ξεκινήσει από εκεί. Ποιο κράτος θέλουμε στο μέλλον; Οχι σε επίπεδο ευχολογίου, αλλά συγκεκριμένου μοντέλου. Οχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά για να μην αρχίσουμε σε λίγα χρόνια να συζητάμε περί νέας αναθεώρησης…