ΑΠΟΨΕΙΣ

Το κόστος του χρήματος

Οπως έγραφε χθες η «K», η κυβέρνηση μάλλον προτίθεται να παρέμβει νομοθετικά στην πιστωτική αγορά και να «προστατεύσει τον καταναλωτή», στην προκειμένη περίπτωση τον καταναλωτή ενός τραπεζικού δανείου, από την αισχροκέρδεια και τη νοθεία! Μάλιστα, πρόκειται για αισχροκέρδεια και νοθεία! Προηγήθηκε η συνέντευξη του διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος στην «K», την περασμένη Κυριακή και ελπίζουμε ότι θα ακολουθήσει η κυβερνητική πρωτοβουλία. Είναι θέμα που απασχολεί σχεδόν όλους τους Ελληνες.

Πού βρίσκεται η ουσία: το τραπεζικό δάνειο εξακολουθεί να είναι αυστηρά ετεροβαρής σύμβαση, όπως ήταν και στα αρχαιότατα ρωμαϊκά χρόνια: ο δανειστής απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για την τύχη του δανείου. Ευθύνεται μόνο ο δανειολήπτης οφειλέτης. Στα παλαιότερα χρόνια ευθυνόταν ακόμη και με το σώμα του, αφού ο δανειστής είχε το δικαίωμα να τον πουλήσει ως δούλο για να ικανοποιήσει την απαίτησή του. Στα νεότερα «πολιτισμένα» χρόνια ο δανειζόμενος και η περιουσία του απειλούνται με σοβαρές περιπέτειες, μη εξαιρουμένης της στέρησης της προσωπικής ελευθερίας του.

Ομως, ο λόγος που επιβάλλει τη νομοθετική παρέμβαση της κυβέρνησης δεν είναι… η φιλανθρωπία υπέρ του οφειλέτη. Είναι η ανάγκη διαφάνειας και ισονομίας στην πιστωτική αγορά και η ανάγκη περιορισμού της αισχροκέρδειας. Σήμερα, οι τράπεζες προσφέρουν αφειδώς και διαφημίζουν σκανδαλωδώς ποικίλα τραπεζικά προϊόντα και επιβαρύνουν τόσο πολύ την «τιμή τους» με τόκους, πανωτόκια και ποικίλες δαπάνες, ώστε να μην ενδιαφέρονται για την τύχη του δανείου, να μην ελέγχουν τους όρους του δανεισμού, κυρίως τη φερεγγυότητα του δανειολήπτη, βέβαιες ότι τα κέρδη είναι τόσο μεγάλα και τα μέσα εκβιασμού τόσο αποτελεσματικά, ώστε να καλύπτουν κάθε πιθανή ζημιά. Για τον ίδιο λόγο αδιαφορούν για τις ληστείες σε βάρος των τραπεζών, επειδή το κόστος των ληστειών είναι προφανώς μικρότερο από το κόστος των μέτρων για την αποσόβηση των ληστειών.

Οι τράπεζες σήμερα εισπράττουν σημαντικές προμήθειες ακόμη και από τη διαχείριση των δικών μας χρημάτων που αναγκαστικά είναι κατατεθειμένα στα ταμεία τους, χωρίς καμιά απολύτως απόδοση. Δισεκατομμύρια ευρώ συνταξιούχων και μισθωτών, του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα κατατίθενται κάθε μήνα στις τράπεζες και γι’ αυτές τις καταθέσεις δεν πληρώνουν κανέναν τόκο. Οταν όμως ο δικαιούχος διαχειρίζεται τα χρήματά του που αναγκαστικά κατατίθενται στις τράπεζες πληρώνει προμήθεια.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, στην «τιμή των χρημάτων» που εμπορεύονται, επιβάλλεται η κυβερνητική νομοθετική παρέμβαση ώστε να περιορισθεί η αισχροκέρδεια των τραπεζών και να κατανεμηθεί εξίσου η ευθύνη του δανείου μεταξύ δανειοδότη και δανειολήπτη.

Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες εύκολα παίρνουν ένα δάνειο, άμεσο ή έμμεσο, π.χ. με μεταχρονολογημένες επιταγές (πράξη παράνομη, ποινικώς κολάσιμη, που όμως οι τράπεζες τη «νομιμοποιούν», δεχόμενες ως ενέχυρο αυτές τις επιταγές με το αζημίωτο!) και δύσκολα το εξοφλούν. Αναγκάζονται να ξεπουλήσουν μισοτιμής στα γνωστά «κοράκια» των πλειστηριασμών την περιουσία τους ή να χάσουν το αυτοκίνητο που με τόση ευκολία πήραν με έμμεσο τραπεζικό δάνειο, χωρίς να απαλλαγούν από το χρέος.

Οι τράπεζες είναι πραγματικά η ατμομηχανή της ανάπτυξης. Εύκολα όμως μετατρέπονται σε τροχοπέδη όταν αυξάνουν υπερβολικά το κόστος του χρήματος.