ΑΠΟΨΕΙΣ

Δύο επέτειοι και ένα Συνέδριο για τη γλώσσα

Το σημερινό σημείωμα δεν διεκδικεί επιστημονική εγκυρότητα και φυσικά δεν επιχειρεί επιστημονική τεκμηρίωση. Οι παρατηρήσεις πηγάζουν από προσωπικές εμπειρίες στη χρήση της δημοτικής γλώσσας (ή έστω κάποιας δημοτικής) στη δημοσιογραφία.

Δύο επέτειοι και ένα συνέδριο αποτελούν την αφορμή και μια σελίδα κειμένου, ένα μικρό μανιφέστο για τη Δημοτική εξαντλούν το περιεχόμενό του. Συμπληρώνονται φέτος τριάντα χρόνια από τη μεγάλη και ιστορική γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση και εξήντα χρόνια από τον θάνατο του Διδασκάλου του έθνους, του Αχιλλέα Τζάρτζανου, στον οποίο ανήκει και το μονοσέλιδο «μανιφέστο», που προ ολίγου ανέφερα.

Το συνέδριο συνήλθε την προπερασμένη εβδομάδα, 12 και 13 Μαΐου, στον Τύρναβο, γενέτειρα του Αχιλλέα Τζάρτζανου, και με θέμα τις εμπειρίες από τα τριάντα χρόνια εφαρμογής της γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Οργανώθηκε από τον νομάρχη Λάρισας, τον Λουκά Κατσαρό, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και τον Σύλλογο Φιλολόγων του νομού Λάρισας. O γράφων είχε την τιμή να αναπτύξει το θέμα «H Δημοτική στη δημοσιογραφία».

Το συνέδριο αγνοήθηκε παντελώς από το κράτος και την κοινωνία της Αθήνας, όπως και τόσα άλλα που συμβαίνουν ή απλώς δεν συμβαίνουν στην περιφέρεια. Είναι, βλέπετε, και ο μακαρίτης Γεώργιος Ράλλης που είχε το σθένος και την τύχη όλων εκείνων που τόλμησαν να γίνουν προφήτες στο χωριό τους.

Η παράταξη στην οποία ανήκε και υπηρέτησε με συνέπεια και σύνεση σε όλη τη ζωή του, τον κήρυξε «αποσυνάγωγο» και από τότε αποφεύγει να αναφερθεί στη μεγάλη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση που αυτός είχε το θάρρος να εισηγηθεί τη νομοθέτησή της. H παράταξή του βρίσκεται στην εξουσία και θα περίμενε κανείς ότι αυτή θα είχε την κεντρική πρωτοβουλία να αναδείξει το έργο της μεταρρύθμισης Ράλλη αλλά και τα προβλήματα που προέκυψαν από την εφαρμογή της. Γεγονός είναι ότι έφερε «τα πάνω κάτω» και αυτό άλλους εξακολουθεί να τους ενοχλεί και για άλλους είναι η ελπίδα για το μέλλον. Σ’ αυτά τα τριάντα χρόνια δεν έλειψαν και οι απόπειρες να υπονομευθεί ή να νοθευθεί η μεταρρύθμιση Ράλλη. Αυτό που δεν έκαναν το κράτος και η κοινωνία της Αθήνας, το επιχείρησε, με τις δυνάμεις του το Συνέδριο του Τυρνάβου. Καθώς μάλιστα οι οργανωτές αποφάσισαν να το συγκαλούν κάθε δύο χρόνια, στη μνήμη πάντοτε του Αχιλλέα Τζάρτζανου, ας ελπίσουμε ότι θα εξελιχθεί σε σταθερό θεσμό, για τη μελέτη των προβλημάτων της Δημοτικής στην Εκπαίδευση, στον Τύπο και τα MME και στην καθημερινή ζωή.

Επειδή μάλιστα το επόμενο συνέδριο του Τυρνάβου λογικά θα συμπέσει με την Αναθεωρητική Βουλή και την Αναθεώρηση του Συντάγματος, χρήσιμο θα ήταν να ορίσει ως κεντρικό θέμα του (ή έστω ένα από τα θέματά του) τη χρήση της Δημοτικής στη σύνταξη του Συντάγματος, των νόμων και των άλλων κρατικών εγγράφων, όπου, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει μεγάλο πρόβλημα. Σε έναν τομέα όπου η καθαρεύουσα έχει να επιδείξει σημαντικό έργο.

Ας ελπίσουμε ακόμη ότι οι εισηγήσεις προς το Συνέδριο σύντομα θα εκδοθούν σε τόμο. Αλλά μέχρι να εκδοθούν καλό και χρήσιμο θα ήταν να καταχωρισθούν στην ιστοσελίδα «Αχιλλέας Τζάρτζανος», η οποία σήμερα είναι πενιχρή, παρ’ όλο που το όνομα αυτό στα εξήντα χρόνια που πέρασαν από τον θάνατό του, προκάλεσε και προκαλεί πολλές και σημαντικές αναφορές.

Τα υπόλοιπα είναι χρέος και αρμοδιότητα της κυβέρνησης, του υπουργειου Παιδείας, στο οποίο επί χρόνια υπηρέτησε ο Αχιλλέας Τζάρτζανος και το τίμησε με το πέρασμά του ο Γεώργιος Ράλλης. Αλλά και της πολιτικής παράταξης στην οποία ανήκε.

Κλείνω αυτό το σημείωμα με το μονοσέλιδο γλωσσικό «μανιφέστο» του Αχιλλέα Τζάρτζανου, γραμμένο, υποθέτω, πριν από 70-75 χρόνια. Είναι γνωστό στους φιλολόγους, αλλά άγνωστο ευρύτερα ή σε μένα μόνο μέχρι τώρα άγνωστο, που όταν το αλίευσα στο Internet, με την ευκαιρία του Συνεδρίου, μου προκάλεσε κατάπληξη και ενθουσιασμό. Σπάνια κείμενο με τόσο λίγες λέξεις μας λέει τόσα πολλά για τη γλώσσα που μιλούμε και γράφουμε.

Σκέψεις – Θέσεις του Τζάρτζανου

«Ας συμβουλεύωνται περισσότερο το γλωσσικό τους αίσθημα αυτοί που θέλουν να γράφουν στη δημοτική και ας διαβάζουν έργα καλών δημοτικιστών».

«Ας αφήσωμε και τις Κοντικές και τις Ψυχαρικές γλωσσοθεωρίες, ας αφήσωμε τις μονομερείς και στενές αντιλήψεις για το γλωσσικό μας ζήτημα, ας γράφωμε πια όλοι μας τη γλώσσα που είναι σύμφωνη με την κοινή ομιλουμένη, με την πραγματική εθνική μας γλώσσα. Ας γράφωμε τη νεοδημοτική, ήτοι μια συγχρονισμένη δημοτική».

«Γραφομένη και ομιλουμένη γλώσσα δεν μπορούν να ταυτίζωνται σε όλα πέρα και πέρα· απόλυτη μονογλωσσία, ήτοι πλήρης σε όλα συμφωνία μεταξύ ομιλουμένης και γραφομένης γλώσσας ούτε υπήρξε ποτέ ούτε υπάρχει σε κανένα έθνος του κόσμου οσοδήποτε πολιτισμένο. Απεναντίας παρατηρείται ότι προηγμένος λίγο πολύ πολιτισμός και διγλωσσία είναι δύο πράγματα που συμβαδίζουν».

«Θέλουμε τη γλώσσα του λαού με τη γενικώτερη και την υψηλότερη σημασία της λέξεως «λαός». Του λαού που πράγματι διαμορφώνει και σ’ εμάς, όπως παντού αλλού, μιαν άκρως εθνική γλώσσα. Κι ο λαός που διαμορφώνει μια τέτοια γλώσσα, όπως διδάσκει η ιστορία και η γλωσσική επιστήμη, είναι πάντοτε ο λαός των πολυανθρώπων κέντρων, των αστικών κέντρων, των μεγάλων πόλεων, όπου βέβαια συζούν και συνεργάζονται τεχνίτες και εργάτες, έμποροι και βιομήχανοι, επιστήμονες και καλλιτέχνες και λογοτέχνες, και καθένας απ’ αυτούς συνεισφέρει τον οβολό του στη διαμόρφωση μιας γλώσσας εθνικής».

Τα σχόλια (θα μπορούσε να είναι πολλά) περιττεύουν. Θα αποτολμήσω ένα μόνο, που σχετίζεται με τη δημοσιογραφία: H γλώσσα που γράφουμε είναι έντεχνη, απαιτεί γνώση, άσκηση, συνεχή εμπλουτισμό και καλλιέργεια, προπαντός απαιτεί αδιάκοπη στήριξη από τη δική της Γραμματική και το δικό της Συντακτικό. Δεν είναι η αυθόρμητη γλώσσα που μιλούμε στο καφενείο, που στο κάτω-κάτω συνεπικουρείται από πολλά άλλα μέσα επικοινωνίας και έκφρασης (μορφασμούς, βλέμματα, χειρονομίες). H γλώσσα που γράφουμε πρέπει να τα πει όλα μόνη της και σε απόλυτη σιωπή. O Αχιλλέας Τζάρτζανος μας λέει ότι οι δύο γλώσσες, έντεχνη γραπτή και αυθόρμητη προφορική, ζουν και εξελίσσονται η μία δίπλα στην άλλη και η μία διαμορφώνει την άλλη, αλλά ποτέ δεν ταυτίζονται. Ακριβέστερα η ταύτισή τους μας οδηγεί μοιραία σε αυτό που αλλού ονομάζει «γλωσσικό νατουραλισμό», αποτέλεσμα σχεδόν τραγικό στη δημοσιογραφία.