ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κρίση στην Τουρκία

Η εσωτερική σύγκρουση μεταξύ κεμαλιστών και ισλαμιστών που συνταράσσει την Τουρκία αντανακλά έναν επικίνδυνο δομικό διχασμό, ο οποίος εκδηλώνεται για πρώτη φορά με μαζικό τρόπο και θα έχει ως συνέπεια -πέραν της ασταθείας- την αύξηση της τουρκικής πολιτικής επιθετικότητος εναντίον της Ελλάδος, αλλά και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, η κρίση στην Τουρκία θα όφειλε να προβληματίζει πρωτίστως την κυβέρνηση του κ. Κ. Καραμανλή και γενικώς τον πολιτικό κόσμο της χώρας.

Η απαίτηση των κεμαλιστών όπως «παραιτηθεί η κυβέρνηση των δολοφόνων», που ακούσθηκε στην Αγκυρα κατά τη διάρκεια διαδηλώσεως εξ αφορμής της δολοφονίας ανωτάτου δικαστικού από φανατικό ισλαμιστή, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως συναισθηματική έκφραση του πλήθους, δίχως ιδιαίτερη βαρύτητα.

Αλλά όταν ο στρατηγός Χιλμί Οζγκέκ, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου της Τουρκίας, εξυμνεί τους διαδηλωτές και προτρέπει να μην περιορισθεί η αντίδραση σε εκδήλωση διαρκείας μόνον μίας ημέρας, ότι θα πρέπει να αποκτήσει διάρκεια και συνέχεια με τη συμμετοχή του κάθε πολίτη, τότε είναι προφανές ότι η σύγκρουση φυσιολογικώς θα κλιμακούται.

Είναι σαφές ότι ο κ. Ερντογάν αντιμετωπίζει εσωτερικώς μια ιδιαιτέρως περίπλοκη κατάσταση. Επειδή, όμως, είναι πολιτικός μη στερούμενος κάποιων ικανοτήτων, θα αναζητήσει τρόπο συνενοήσεως με το παραδοσιακό κατεστημένο. Σε αντιστάθμισμα θα εναρμονισθεί πλήρως τόσο στο Κυπριακό όσο και στο Αιγαίο με τον σκληρό εθνικιστικό πυρήνα της Τουρκίας – εάν υποτεθεί ότι υπήρξε ποτέ διαφοροποίηση μεταξύ του Τούρκου πρωθυπουργού και των στρατηγών, όπως εικάζετο από κάποιους Ελληνες πολιτικούς και «αναλυτές».

Η διαδικασία πολιτικής αντιπαραθέσεως με την Ελλάδα και την Κύπρο άρχισε ήδη από καιρό να είναι απολύτως εμφανής. Στις συναντήσεις που είχε με τον κ. Καραμανλή στη Σόφια και στη Βιέννη, ο Τούρκος πρωθυπουργός εξέθεσε τις πλέον απαράδεκτες απόψεις -εν σχέσει με ό,τι υποστηρίζουν διαχρονικώς οι ελληνικές κυβερνήσεις- γιά τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη, για το θέμα των σφαγιασθέντων Ποντίων από τις δυνάμεις του Κεμάλ Ατατούρκ και προσφάτως για τις έρευνες που διεξάγει γερμανικό σκάφος επιφανείας στο Αιγαίο.

Ουδείς λόγος να επεκταθεί κανείς στα ζητήματα που εισάγει η Αγκυρα στην ημερησία διάταξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων, πέραν των μονίμων προβλημάτων που συσσώρευσε επί έτη η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας στο Αιγαίο. Αλλά δεν είναι δυνατόν να μη διερευνθεί κατά πόσον η πολιτική των χαμηλών τόνων που έχει υιοθετήσει η Αθήνα είναι πλέον η ενδεδειγμένη.

Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι εάν η Ελλάς υιοθετήσει τόνους οξείας αντιπαραθέσεως θα προκληθεί εκ των πραγμάτων «διεθνές» ενδιαφέρον επί ζητημάτων «διμερών», με αποτέλεσμα την αύξηση των πιέσεων εκ μέρους τρίτων συμμάχων κρατών για τη «ρύθμιση» των διαφορών.

Από την άλλη όμως πλευρά, η ανυπαρξία εντόνου δημοσίας αντιθέσεως δεν πρέπει να δημιουργήσει την εντύπωση εφεκτικότητος ή εξευμενισμού της Αγκυρας. Είναι μια άσκηση ισορροπίας που θα πρέπει να φέρει εις πέρας με επιτυχία η κυβέρνηση του κ. Καραμανλή, καθώς απαιτείται αμετάθετη αποφασιστικότης, δίχως αντιπαραγωγικές προκλήσεις, που τελικώς οδηγούν σε συμβιβασμό εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, όπως συνέβη και στο παρελθόν.

Υπάρχει όμως και το πεδίο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, όπου η Ελλάς οφείλει επί τέλους να λειτουργήσει ως χώρα με ειδικά συμφέροντα, πάντα στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η Αγκυρα, αρχίζοντας τις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ενωση τον Οκτώβριο του 2004.

Την Παρασκευή, ο αρμόδιος επίτροπος για τη διεύρυνση της Ε.Ε. κ. Ολι Ρεν, μετά τη συνάντηση που είχε με τον Τούρκο διαπραγματευτή και υπουργό Οικονομικών κ. Αλί Μπαμπατσάν, τόνισε με τρόπο μη επιδεχόμενο αμφιβολίας ότι είναι απόλυτη και μη διαπραγματεύσιμη υποχρέωση της Τουρκίας να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της σε κυπριακά πλοία και αεροσκάφη εντός του 2006. Δήλωση δημοσία της ελληνικής κυβερνήσεως τόσο σαφής όσο του κ. Ρεν επί του θέματος αυτού δεν έχει υπάρξει.

Η αδυναμία της Τουρκίας να προσαρμοσθεί στις υποχρεώσεις που ανέλαβε με την προοπτική εντάξεώς της στην Ε.Ε., η αποστροφή των Ευρωπαίων πολιτών αλλά και των πολιτικών ηγεσιών κάποιων κρατών στην προοπτική ενσωματώσεως της μουσουλμανικής αυτής χώρας στην Κοινότητα, δείχνουν πόσο άκαιρο ήταν το ευρωπαϊκό άλμα της Αγκυρας και πόσο επικίνδυνο ακόμη και για την εσωτερική συνοχή της Τουρκίας.

Το ιδεολόγημα που ενθέρμως υποστήριξαν διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, ότι η προοπτκή ενσωματώσεως της Τουρκίας θα λειτουργήσει επ’ ωφελεία των διμερών σχέσεων, αναιρείται πλέον συνεχώς στην πράξη. Είναι καιρός να αρχίσει η κυβέρνηση έναν σοβαρό διάλογο με κάποιες ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως με τη Γερμανία της καγκελαρίου κας Αγκελα Μέρκελ γιά τον καθορισμό μιας ειδικής σχέσεως της Ε.Ε. με την Τουρκία, ώστε να αρθεί και η πίεση προς την κυβέρνηση και το κατεστημένο αυτής της χώρας, που σταδιακώς βυθίζεται σε μια δομική κρίση, με όσους κινδύνους δημιουργεί αυτή η κατάσταση και στα ευρύτερα ελληνικά συμφέροντα.