ΑΠΟΨΕΙΣ

Συμφιλιωμένοι και με τον εκβαρβαρισμό

Κράτος ακυβέρνητο, κοινωνία ακέφαλη. Στο πηδάλιο διαχειριστές της εξουσίας δίχως στόχους, δίχως πίστη και όραμα, το σκάφος απλοήγητο. Κριτικές υπερβολές;

Δώδεκα διμοιρίες των MAT, οκτώ από την Αθήνα και τέσσερις από τη Θεσσαλονίκη, μεταφέρονται στο Ηράκλειο Κρήτης για να προστατέψουν την πόλη από την παράνοια «φίλαθλων» πολιτών. Αντιστράτηγος συντονίζει την τεράστια επιχείρηση που συνεπάγεται «κατάσταση πολιορκίας» για την κρητική μεγαλούπολη. Οι πολίτες υποχρεώνονται σε περιορισμούς κυκλοφορίας, πρόσβασης στο αεροδρόμιο και στο λιμάνι, αλλά και να θωρακίσουν ευσύλητες περιουσίες για το ενδεχόμενο βανδαλισμών και πλιάτσικου από τις «φίλαθλες» ορδές.

Το κράτος στήνει επιχείρηση διάσωσης της μεγαλούπολης από μια απειλή που το ίδιο έχει εκθρέψει και με τεράστιο κόστος (οικονομικό και κοινωνικό) συντηρεί ή (σωστότερα) θάλπει. Χρειάζονται τεκμήρια; Στα κρατικά κανάλια, το ίδιο βράδυ, πρώτη είδηση το μέγα «αθλητικό» γεγονός στο γήπεδο του Ηρακλείου Κρήτης. Δεύτερη είδηση, οι πανηγυρισμοί, ακραιφνούς πρωτογονισμού, των οπαδών στο Πασαλιμάνι. Ακολουθεί τριτεύουσα, ως ήσσονος σημασίας, η συζήτηση στη Βουλή για την κρατική ελεημοσύνη στους απολυμένους της υφαντουργίας, στους άνεργους πάνω από τα πενήντα.

Η χώρα «ένα απέραντο φρενοκομείο» δεκαετίες τώρα -διαδοχικά ρεσιτάλ κυβερνητικής ανικανότητας εξωφρενικής- η εξουσία εχθρός, αντίπαλος της κοινωνίας. Την κρατική φροντίδα και υπόθαλψη του κρετινικού «φιλαθλητισμού» τη μετράνε σε ιλιγγιώδη ποσά, ο εξαθλιωμένος άνεργος αλλά και ο μεροκαματιάρης, ο συνταξιούχος, ο νεαρός πτυχιούχος (συχνά και με διδακτορικό) που δουλεύει δωδεκάωρο με εξακόσια ευρώ τον μήνα: Πόσα χρήματα κάθε εβδομάδα για την αστυνομική περιφρούρηση των γηπέδων, πόσα χρήματα για την αφειδώλευτου κόστους κατασκευή και ανακατασκευή τους και πόσα για να αντιμετωπιστούν οι καταστροφές που συστηματικά επιφέρουν οι «φίλαθλοι». Πόσα για την τηλεοπτική κάλυψη αγώνων ώς και την πιο απόμερη μικρογειτονιά. Πόσες παραγραφές χρεών και μυθώδεις επιχορηγήσεις στις Ανώνυμες Εταιρείες που κερδοσκοπούν ασύστολα με τον «επαγγελματικό αθλητισμό».

Αν μπορέσει κανείς να πάρει απόσταση από τα επιβεβλημένα ως αυτονόητα, να αρνηθεί τον προσβλητικό της νοημοσύνης ανορθολογισμό ότι «είναι διεθνές το φαινόμενο», τότε τρομάζει με τη θεσμοποιημένη παραφροσύνη: Το κράτος να κερδοσκοπεί διαφθείροντας με τον τζόγο τις μάζες, αφού τις έχει αποχαυνώσει με το αφιόνι της «φιλαθλητικής» υστερίας. Να εξωραΐζει τζόγο και αποχαύνωση, αρμοδιότητες μαφίας του υποκόσμου, με το πρόσχημα «για τον αθλητισμό και τον πολιτισμό» (ΟΠΑΠ)! Γιατί να μην υποθέσει λογικά ο πολίτης ότι και η δραματική υπανάπτυξη της παιδείας είναι εσκεμμένη, μεθοδικά ενταγμένη στην επιδίωξη εξηλιθίωσης της «μάζας»; Γιατί να μην συνδέσει λογικά τον τζόγο και την αποχαύνωση με την υποταγή της πολιτικής στους νόμους της αγοράς, στον ψηφοθηρικό βιασμό (με τη διαφήμιση και τα «επικοινωνιακά» τεχνάσματα) των αποχαυνωμένων;

Ολόκληρο το «πολιτικό σύστημα» προβατηδόν πειθαρχημένο στην ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής. Ολα υποταγμένα στην απόλυτη προτεραιότητα των εντυπώσεων, στη διέγερση της ορμέμφυτης ανάγκης των αποχαυνωμένων κάπου να «ανήκουν» – όχι μόνο σε κάποια «θύρα» αλλά με τον ίδιο κρετινισμό και σε κάποιο κόμμα. Τα κόμματα για να τους ελκύσουν τρέφουν την αλογία των επιλογών προσφέροντας θώκους πολιτικών ευθυνών σε καλαθοσφαιριστές, προπονητές, τοπ-μόντελ, ηθοποιούς δημοφιλών τηλεοπτικών θεαμάτων.

Από τον χώρο του παραισθησιογόνου «φιλαθλητισμού» δανείζεται η πολιτική και την πρακτική των «μεταγραφών»: Δεν ενδιαφέρει με ποια χρώματα έπαιζες ώς τώρα στο γήπεδο ή στον πολιτικό στίβο, οι οπαδοί θα μείνουν πιστοί στην ομάδα ή στο κόμμα της άλογης ορμέμφυτης επιλογής τους, όποια κι αν είναι η σύνθεση. Με τρόπο προκλητικό, δίχως αιδώ ή λύπην, τα κόμματα δηλώνουν έμπρακτα τον ιδεολογικό αποχρωματισμό τους, δηλαδή την παραίτησή τους από κοινωνικούς στόχους, ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων, αξιολογήσεις αναγκών. Το κόμμα του δήθεν σοσιαλισμού δεν χάνει την υποστήριξη των οπαδών του αν η ιδεολογική του ευρυχωρία εκτείνεται από τον Μάρκο Βαφειάδη ώς τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο και τον Στέφανο Μάνο, ούτε το κόμμα της Δεξιάς τιμωρείται από τους ψηφοφόρους του όταν προσφέρει θώκο υπουργικό στον Μίκη Θεοδωράκη.

Τόσο το ποδοσφαιρικό παρακύκλωμα («παράγκα») όσο και το πολιτικό σύστημα μπορεί να έχουν καταρρεύσει (να συνιστούν περιθώριο, κυριολεκτικά, του κοινωνικού γεγονότος), αλλά η άβουλη μάζα, θύμα της αποχαυνωτικής αδρανοποίησης, τα συντηρεί και τα δύο με μοιρολατρικές ανοχές απίστευτες. Θεωρούμε «φυσικό», από τους επτακόσιους αυτουργούς ή θεατές του φρικώδους καταστροφικού οίστρου που ρήμαξε το επιβατηγό «Ιεράπετρα», να συλλαμβάνονται κατά την έξοδό τους στο λιμάνι μόλις τέσσερις (4)! Οπως θεωρήσαμε «φυσικό» και καινοτόμο εφεύρημα την κωμωδία εκλογής του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης «απευθείας από τον λαό» δίχως αντίπαλο. Και παρακολουθεί σήμερα ολόκληρη η κοινωνία, με ραγιάδικη αβουλία, την τραγική αυτή φιγούρα, που προσπαθεί απεγνωσμένα να παίξει τον αρχηγό, μιμούμενος τον τόνο της φωνής και τις χειρονομίες και την ελευθεροστομία του πατέρα του – εικόνα θλίψης και παρακμής.

Μια παρακμιακή κοινωνία τα καταπίνει όλα, όλα τα δικαιολογεί, όλα τα χειροκροτεί και τα προσκυνάει. Και την ανίκανη κυβέρνηση και τη φαιδρή αντιπολίτευση. Και την «ομαδάρα» που είναι «θρησκεία» για τις ορδές της παράνοιας, και το κόμμα που είναι ο προαγωγός στην κοινωνική αφασία, στη συμφιλίωση του πολίτη με τη μιζέρια, τον εκβαρβαρισμό. Κοινωνικά ανεξέλεγκτο το ίδιο αυτό μαφιόζικο κράτος προστατεύει (ως κανονικός «προστάτης» του υποκόσμου) και την απροσχημάτιστη τραπεζική τοκογλυφία. Θέλει και πάλι να «αναθεωρήσει» το Σύνταγμα, για ψύλλου πηδήματα, προκειμένου να καμουφλάρει το κυρίως σκοπούμενο: την παράδοση της Ανώτατης Παιδείας στους νόμους της αγοράς, στην ασυδοσία εμπορευματοποίησης της επιστήμης και της έρευνας. Και τα μύρια όσα η κοινωνική αβουλία και αποχαύνωση (μεθοδικά επιβεβλημένη) επιτρέπει.

Σκάφος ακυβέρνητο, τα αντανακλαστικά νεκρωμένα. Μόνο η συνειδητοποίηση της κρισιμότητας μπορεί να γεννήσει σωστικές αφυπνίσεις.