ΑΠΟΨΕΙΣ

Με το βλέμμα στην Αγκυρα

Η φονική εμπλοκή στο Αιγαίο και η απώλεια του Ελληνα πιλότου μπορεί να ανήκουν χρονικά στο παρελθόν, αλλά ασφαλώς θέτουν επιτακτικά ζητήματα κρισίμου πολιτικής σημασίας, από τον χειρισμό των οποίων θα κριθεί η αξιοπιστία της κυβερνήσεως του κ. Κ. Καραμανλή, αλλά και όλου του πολιτικού συστήματος της χώρας.

Κατ’ αρχάς, στη μακρόχρονη ελεγχόμενη στρατιωτική αντιπαράθεση Ελλάδος και Τουρκίας, οι Ενοπλες Δυνάμεις και ειδικότεροι οι πιλότοι της Πολεμικής Αεροπορίας αποτελούν ένα σύνολο πολιτών -το μόνο κατά πάσα βεβαιότητα- που επιτελεί στο ακέραιο το καθήκον του.

Η απειλή έχει προσδιορισθεί σαφώς από την πολιτική ηγεσία της χώρας εδώ και δεκαετίες, ο τρόπος αντιδράσεως των ανδρών της Πολεμικής Αεροπορίας στις περιπτώσεις τουρκικών προκλήσεων έχει καθορισθεί από τους επιτελείς. Κατά συνέπεια, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για κάποια «παιδιά» που εμπλέκονται στον αέρα, ενώ οι «ώριμοι» πολιτικοί προσπαθούν να ελέγξουν την κατάσταση σε περιπτώσεις τραγικών συμβάντων.

Ομως, για να μην χάνονται άνδρες επί ματαίω, η όποια ελληνική κυβέρνηση είτε θα πρέπει να αναθεωρήσει τις αντιλήψεις της περί απειλής από την Τουρκία είτε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται συστηματικώς διαιώνιση της τουρκικής προκλήσεως, θα πρέπει να είναι διακριτή κάποια επίπτωση της συμπεριφοράς της Αγκυρας και στο πολιτικό επίπεδο.

Ουδείς εχέφρων προτείνει την κλιμάκωση της εντάσεως, πολύ περισσότερο τη μετατροπή της ελεγχόμενης στρατιωτικής εντάσεως σε θερμή αναμέτρηση. Αλλά όταν ο πρωθυπουργός προειδοποιεί περί του ασυμβάτου της τουρκικής συμπεριφοράς με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό αυτής της χώρας, αυτό θα πρέπει να γίνει αμέσως αισθητό και να μην χάνεται ως ρήση γενική στο βάθος μιας πολυετούς προοπτικής. Αλλως και το επιχείρημα αποδυναμώνεται και η ελληνική θέση στο διεθνές περιβάλλον εξασθενεί.

Το δεύτερο ουσιώδες ζήτημα είναι ότι η περίοδος που θα ακολουθήσει έως τον Οκτώβριο ή έως το τέλος του έτους θα χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη ένταση, διότι μεταξύ άλλων:

– Το ευρωπαϊκό περιβάλλον για την Τουρκία καθίσταται συνεχώς αρνητικότερο. Τον Δεκέμβριο του 2004, η μόνη χώρα που εξέφραζε στοιχειοθετημένη περίσκεψη για την σκοπιμότητα ενσωματώσεως της Τουρκίας στην Ε.Ε. ήταν η Αυστρία, αλλά στην πορεία προσετέθησαν στην ομάδα των σκεπτικιστών η Γερμανία της κ. Αγκελα Μέρκελ, η Γαλλία, η Ολλανδία, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία.

– Η Αγκυρα έως το τέλος του 2006 θα πρέπει να εφαρμόσει το Πρωτόκολλο της επεκτάσεως της Τελωνειακής Ενώσεως προς τα νέα μέλη της Ε.Ε. και να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της στα κυπριακά πλοία και αεροσκάφη. Αλλως η Λευκωσία θα ασκήσει veto στη συζήτηση των νέων κεφαλαίων.

Ολα αυτά σημαίνουν στην απλοελληνική ότι η ευρωπαϊκή προοπτική δημιουργεί σοβαρά και άμεσα προβλήματα στην Τουρκία, και θα ήταν σφάλμα τακτικής από την πλευρά των Αθηνών εάν δημιουργούνταν η βεβαιότης στο τουρκικό κατεστημένο ότι η Ελλάς, εκούσα ή άκων, δεν θα εγείρει εμπόδια, αν και έχει κάθε πρακτικό λόγο να το πράξει.

Απειλές και διακηρύξεις επιθετικές, όταν διατυπώνονται δημοσίως, δεν έχουν θέση στη σημερινή συγκυρία. Χώρες πολύ ισχυρότερες από την Ελλάδα, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντιμετωπίζουν την πολιτική ανυπακοή τριτοκοσμικών κρατών, όταν διολισθαίνουν σε υπερβολές ρητορικές. Πόσω μάλλον η Ελλάς.

Αλλά είναι βέβαιο ότι η Τουρκία, έως το τέλος του τρέχοντος έτους, θα πρέπει να συνειδητοποιήσει πλήρως ότι η Ελλάς θα είναι από τους αυστηρότερους κριτές της ευρωπαϊκής πορείας της και ότι υπεκφυγές της Αγκυρας ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, τις οποίες ανέλαβε έναντι της Κοινότητος, δεν πρόκειται να γίνουν αποδεκτές.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία επέζησε έτη και έτη ως ο Μεγάς Ασθενής στο σύστημα ισορροπιών της Ευρώπης και θα ήταν μείζον σφάλμα ιστορικό εάν ως ασθενής άλλης μορφής ενσωματωνόταν στην Κοινότητα.

Πέραν όμως όλων αυτών, υπάρχει και άλλο θέμα αμέσου επικαιρότητος. Ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος κ. Ευστράτιος Γεώργιος Αράπογλου προσέρχεται τελικώς -έπειτα από κάποιους ακκισμούς- ενώπιον της αρμοδίας Επιτροπής της Βουλής, προκειμένου να καταθέσει περί της εξαγοράς της Finansbank από τη μεγαλύτερη τράπεζα της Ελλάδος.

Ηδη η οικονομική σκοπιμότης του εγχειρήματος έχει αρχίσει να αμφισβητείται. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας κ. Γ. Αλογοσκούφης, εδώ και μία εβδομάδα, τηρεί πλέον κάποιες αποστάσεις διευκρινίζοντας -ορθώς- ότι ο ρόλος του δεν είναι αυτός του συμβούλου επενδύσεων.

Ο κ. Αράπογλου κατά την άποψη των «ειδικών» είναι ένας εξαίρετος τεχνοκράτης. Αλλά η οικονομία δεν είναι θέμα τεχνοκρατικό, ουδέποτε μπορεί να αποσυνδεθεί από το πολιτικό περιβάλλον, και η Τουρκία δεν είναι απλώς μια «υποσχόμενη αγορά»· είναι μια χώρα σε βαθιά εσωτερική κρίση και σε κατάσταση επικινδύνου νευρικότητος. Κατά συνέπεια, το άλμα προς Ανατολάς που οραματίσθηκε ο διοικητής της ΕΤΕ θα πρέπει πλέον να αντιμετωπισθεί με ιδιαίτερη περίσκεψη.