ΑΠΟΨΕΙΣ

Στη διελκυστίνδα των δύο κομμάτων εξουσίας η αναθεώρηση του Συντάγματος

Κίνητρο του σημερινού σημειώματος είναι τα τρία άρθρα του Στέφανου Μάνου, που δημοσιεύθηκαν στην «K» και αφορούν τη νέα αναθεώρηση του Συντάγματος. O Στέφανος Μάνος διαπιστώνει (η διαπίστωσή του μάλλον είναι αποδεκτή από όλους) ότι η ελληνική κοινωνία πάσχει σε βασικούς και καίριους τομείς, πάσχει εδώ και πολλά χρόνια και δεν θεραπεύθηκε από τις τρεις προηγούμενες αναθεωρήσεις του Συντάγματος και τις άλλες τόσες εναλλαγές των δύο κομμάτων στην εξουσία, ούτε καν βελτιώθηκε η κατάστασή της. Αντιθέτως επιδεινώθηκε. Επικαλείται αξιόπιστες διεθνείς μετρήσεις για να «διαγνώσει» την ασθένεια και τον βαθμό της, την κλιμάκωσή της στην προστασία του περιβάλλοντος, στον βαθμό της διαφθοράς, στην ανταγωνιστικότητα, στην ανώτατη εκπαίδευση, στην οικονομία. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς και άλλους τομείς, όπου η καθυστέρηση είναι εμφανής ή και προκλητική: τη διοίκηση, τη δημόσια και ιδιωτική περίθαλψη, τη χρήση της γης και τη χωροταξία, την αγορά εργασίας κ.ά.

Κεντρικό ζητούμενο για τον Στέφανο Μάνο είναι το κατά πόσο και σε ποιο βαθμό ευθύνεται το Σύνταγμα γι’ αυτή τη γενικευμένη καθυστέρηση, καθιερώνοντας «κίνητρα και αντικίνητρα» ατομικής και μαζικής συμπεριφοράς. Π.χ. μια απρόσεκτη αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος μπορεί να προκαλέσει μαζικούς εμπρησμούς. Ορθώς σημειώνει ότι άλλες συμπεριφορές προκαλεί η «δωρεάν» ανώτατη εκπαίδευση για τον κανονικό και προβλεπόμενο χρόνο σπουδών και άλλες για απεριόριστο χρόνο. Πολλοί επίσης πιστεύουν ότι θα μεταβληθεί η συμπεριφορά όλων των πανεπιστημίων αν δίπλα τους ιδρυθούν και λειτουργήσουν «μη κρατικά και μη κερδοσκοπικά» πανεπιστήμια, αν και μέχρι τώρα δεν διαμορφώθηκε και δεν προβλήθηκε κανένα πρότυπο αυτού του είδους. Θα ισχυριζόταν μάλιστα κανείς ότι η ασαφής διπλή άρνηση (μη κρατικά και μη κερδοσκοπικά) απλώς δηλώνει ασάφεια και αμηχανία προθέσεων και σχεδιασμών, στην καλύτερη περίπτωση.

Πολύ σημαντική είναι η παρατήρηση του Στέφανου Μάνου ότι η συνταγματική μας πραγματικότητα εξελίσσεται ερήμην του ευρωπαϊκού και του διεθνούς περιβάλλοντος. Για να το πούμε πιο καθαρά: H μεγάλη πρόκληση για την εποχή μας είναι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και αυτό που λέμε παγκοσμιοποίηση. Τις προκλήσεις αυτές δεν μπορούμε να τις αποφύγουμε, μπορούμε όμως να ηττηθούμε και να παραμείνουμε στον επαρχιωτισμό μας και το χειρότερο να αφήσουμε χωρίς θωράκιση τα δικαιώματά μας.

Δεν είναι βέβαια το Σύνταγμα που ορίζει τους κανόνες συμπεριφοράς των πολιτών, σε όλες τις δραστηριότητές τους. Αυτό το κάνουν οι νόμοι. Το Σύνταγμα ορίζει τους κανόνες λειτουργίας της πολιτείας και τις σχέσεις των πολιτών μαζί της, τα δικαίωματα και τις υποχρεώσεις τους. Θα ισχυριζόταν κανείς ότι κατά τη διαδικασία της αναθεώρησης θα πρέπει να αντισταθούμε στην τάση που επικράτησε τα τελευταία χρόνια να επιδιώκουμε συνταγματική κατοχύρωση για κοινές διατάξεις. Π.χ. για πολλούς, ο λεγόμενος «βασικός μέτοχος» δεν θα έπρεπε να υπάρχει στο Σύνταγμά μας. Δημιουργεί σύγχυση και αμηχανία και το κυριότερο είναι, σαν να αποδεχόμαστε την πολιτική διαφθορά, να τη θεωρούμε δεδομένη και να προσπαθούμε να υψώσουμε συνταγματικούς φραγμούς εναντίον της. Το ίδιο ακριβώς θα ήταν αν επιχειρούσαμε να περάσουμε στο Σύνταγμα τη διαδικασία του ΑΣΕΠ.

Το Σύνταγμα θέτει γενικούς κανόνες και αρχές που έχουν μάλλον ηθική παρά κανονιστική ισχύ. Διαμορφώνουν την ηθική υπόσταση της πολιτείας και την ηθική συμπεριφορά των πολιτών, σύμφωνα με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Γύρω από αυτές τις αρχές οργανώνονται οι ποικίλες δραστηριότητες και συμπεριφορές των πολιτών και το έθνος διαμορφώνει ηθική προσωπικότητα.

Ο Στέφανος Μάνος διαπιστώνει ότι η σημερινή Βουλή, όπου κυριαρχούν δύο στην ουσία κρατικίστικα κόμματα, η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, δεν είναι σε θέση να επιχειρήσει αναθεώρηση του Συντάγματος, σύμφωνα με συγκεκριμένη ιδεολογία και συγκεκριμένες σύγχρονες ανάγκες. Πράγματι, σχεδόν όλοι οι πολίτες πιστεύουν ότι η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο «κομμάτων εξουσίας» είναι ότι το καθένα… θέλει το δικό του κράτος! Αδιάφορο αν είναι μεγάλο ή μικρό, αρκεί να είναι το δικό του. H πραγματικότητα αυτή υπερισχύει όλων των συνταγματικών ρυθμίσεων.

Πιστεύω ότι το πρόβλημα είναι πιο βαθύ. Τα δύο «κόμματα εξουσίας» για να είναι «κόμματα εξουσίας» οφείλουν να είναι, κατ’ ανάγκη, πολυσυλλεκτικά και άρα λαϊκίστικα. H ουσιαστική σύγκρουση εκδηλώνεται ανάμεσα στην πολιτική και στα ποικίλα και άκρως αντιφατικά και κατακερματισμένα λαϊκά αιτήματα, τα οποία πολλαπλασιάζονται όσο αυξάνεται το εύρος και η περιπλοκότητα της κοινωνικής ζωής. Τα δύο κόμματα εξουσίας ακολουθούν μια μοιραία και τυφλή διαδρομή. Ως αντιπολίτευση ενσωματώνουν στην πολιτική τους την κοινωνική αντιφατικότητα. Και ως κυβέρνηση, λόγω ακριβώς αυτής της αντιφατικότητας, περιέρχονται σε αδιέξοδο και αδρανούν.

Ετσι, η πολιτική μας ζωή έχει πάρει τη μορφή διελκυστίνδας, όπου το ένα κόμμα εξουσίας εισπράττει ως κομματικό κέρδος το πολιτικό κόστος του άλλου. O Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, σε πρόσφατη συνέντευξή του, εμμέσως αλλά σαφώς έθεσε το ίδιο πρόβλημα τονίζοντας την ανάγκη συνεργασίας των δύο κομμάτων σε βασικά ζητήματα. H συνεργασία αυτή είναι ενδεχομένως λογική απαίτηση, αν όμως την επιχειρήσουν, είναι σαν να αρνούνται τον εαυτό τους ως λαϊκίστικα και πολυσυλλεκτικά «κόμματα εξουσίας». Και τελικά, για όλα τα ζητήματα, μικρά ή μεγάλα, επιλέγουν ως πολιτική τακτική την τυφλή αντιπαράθεση.

Με τους όρους αυτούς δεν μπορούν να επιχειρήσουν μια σύγχρονη αναθεώρηση του Συντάγματος, ούτε χθες με το ΠΑΣΟΚ ούτε σήμερα με τη Ν.Δ. στην κυβέρνηση.