ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ασύμπτωτο αλήθειας και εξουσίας

Στην Ελλάδα σήμερα, αν κάποιος ψάχνει «νόημα» της ύπαρξης και «περισσόν ζωής» στην Εκκλησία, έχει δυσφόρητο δίλημμα: Να καλύψει τη ντροπιαστική γύμνια των επισκόπων αποσιωπώντας την αλλοτρίωση του ευαγγελίου στις «συνοδικές» τους εγκυκλίους. Ή να καταθέσει δημόσια την οδύνη του για να κριθεί από τους έμπειρους του εκκλησιαστικού γεγονότος η αλλοτρίωση.

Διακινδυνεύοντας ίσως λαθεμένη επιλογή η σημερινή επιφυλλίδα τολμάει το δεύτερο. Να σχολιάσει συγκεκριμένη εγκύκλιο «Προς το λαό» (αρ. 42, Μάιος 2006) της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είχε θέμα και τίτλο: «H αλήθεια για το μυθιστόρημα ΚΩΔΙΚΑΣ DA VINCI». Και να ζητήσει την κρίση των εμπειροτέρων.

Κάθε αξιωματική (ex cathedra) κατάδειξη της «αλήθειας» προϋποθέτει την ιδεολογική εκδοχή της. Παραπέμπει σε πρακτικές Βατικανού ή Κεντρικής Επιτροπής ολοκληρωτικών κομμάτων. Πρώτο λοιπόν φανερό στοιχείο αλλοτριωμένης εκκλησιαστικής συνείδησης το ίδιο το εγχείρημα να εξαπολυθεί η εγκύκλιος: Να καταγγελθεί η «αναλήθεια» ενός βιβλίου που αμφισβητεί την ιστορικότητα της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Προφανέστατα οι συνοδικοί επίσκοποι συνομολογούν ότι το ευαγγέλιο της Εκκλησίας δεν είναι συνάρτηση εμπειρικών ψηλαφήσεων, αλλά «επιστημονικής αξιοπιστίας» (sic) των ιστορικών του καταβολών. Για ιδεολόγημα πρόκειται, που οι ιστορικές του αφετηρίες μπορούν να αμφισβητηθούν ακόμα κι από ένα μυθιστόρημα χαμηλής λογοτεχνικής στάθμης.

Δεν μοιάζει να υποψιάστηκαν ποτέ οι συντάκτες της εγκυκλίου ότι «πίστη» στη γλώσσα της εκκλησιαστικής εμπειρίας σήμαινε πάντοτε άθλημα εμπιστοσύνης – τη βεβαιότητα που κερδίζεται δυναμικά (ποτέ οριστικά) όταν μετέχεις στην κοινή πάλη για αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά και συγκροτεί την εκκλησιαστική κοινωνία. H αλήθεια της Εκκλησίας δεν είναι κωδικές «πεποιθήσεις» που αντλούνται από ιστορικές «πηγές» αντικειμενικής αξιοπιστίας. Είναι εμπειρικές ψηλαφήσεις που επαληθεύονται μόνο και ρεαλιστικότατα όταν κοινωνούνται – όπως mutatis mutandis, η εμπειρία του έρωτα ή της τέχνης. Την αλήθεια του Μότσαρτ τη γνωρίζουμε όχι από βιογραφίες του περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστες, αλλά μόνο ανακαλύπτοντας (συνεχώς, ποτέ οριστικά) τη μουσική του.

Μόνο με τον ρεαλισμό της εμπειρικής μετοχής (δυναμικής, πάντοτε συναρπαστικά ανολοκλήρωτης) ψηλαφούμε την αλήθεια του εκκλησιαστικού γεγονότος. Και μόνο έτσι διακρίνουμε ποια κείμενα αποτυπώνουν την εμπειρία στην οποία μετέχουμε και ποια όχι.

Κείμενα «αλάθητα» και δόγματα απρόσιτα στην εμπειρία έχουν οι θρησκείες, αλλά είναι άλλο πράγμα η θρησκεία και άλλο η Εκκλησία. H θρησκεία είναι φυσική ανάγκη του ανθρώπου, ορμέμφυτη, ενστικτώδης. Ανάγκη για μεταφυσικές «βεβαιότητες» που θωρακίζουν το εγώ απέναντι στον φόβο του θανάτου, τρέφουν την αλαζόνα απαίτηση του εγώ να υπάρχει αιώνια καλοασφαλισμένο.

Γι’ αυτό και ο θρησκευτικός άνθρωπος τις «βεβαιότητές» του τις θέλει να αντλούνται από «αλάθητες» πηγές, τα κείμενα των πηγών τα κάνει είδωλα: Εχει ανάγκη να είναι «θεόπνευστα» τα κείμενα, υπαγορευμένα στους συγγραφείς τους άμεσα από τον Θεό «μέχρι και των σημείων στίξεως». H «αντικειμενικότητα» της θεοπνευστίας τους εντοπίζεται ή στην ορθολογική και ιστορική τους αξιοπιστία ή στον «μυστικό» αποκρυφιστικό χαρακτήρα τους που τον ξεκλειδώνουν μόνο απόρρητοι κώδικες και εκστατικές μεταρσιώσεις.

Κάθε φυσική θρησκεία ασκεί εξασφαλιστική του φυσικού ατόμου εξουσία, ποδηγετεί τις «μάζες» παρέχοντας τις «βεβαιότητες» που τα θρησκευτικά ορμέμφυτα απαιτούν. Φιλοδοξεί κάθε θρησκεία να είναι ή ένα νοησιαρχικό ιδεολόγημα «αλάθητα» τεκμηριωμένο ή ένας ψυχαναγκαστικός μυστικισμός, ενστικτώδης παλινδρόμηση στον ερμητισμό (σκοταδισμό) της αλογίας των ορμεμφύτων. Αντίθετα, η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας έχει ως κριτήριο γνησιότητας των καταγραφών της την παραίτηση από κάθε απαίτηση ισχύος.

Δεν προσφεύγει ούτε στον αποδεικτικό ορθολογισμό ούτε στον αποκρυφισμό, αρνείται το θαύμα και το κύρος.

Απηχεί την αυτοπαραίτηση του ίδιου του Θεού από κάθε εξουσιαστική παραβίαση της ελευθερίας του ανθρώπου. «Αν είσαι υιός του Θεού κατέβα από τον σταυρό για να πιστέψουμε σε σένα». O Χριστός αρνήθηκε να αποδείξει τη θεότητά του και ο λόγος της Εκκλησίας, η μαρτυρία της εμπειρίας της, συνεχίζει την άρνηση: τον ιλιγγιώδη σεβασμό της ανθρώπινης ελευθερίας.

Στα κείμενα των τεσσάρων Ευαγγελίων, των Πράξεων, των Επιστολών, της Αποκάλυψης η εκκλησιαστική εμπειρία αναγνώρισε (και αναγνωρίζει) τη συνεπή καταγραφή της -τη μαρτυρία της πρώτης εκκλησιαστικής κοινότητας (που διαδοχικά επαληθεύεται από τους μεταγενέστερους μετόχους της ίδιας εμπειρίας): «Αυτό που ακούσαμε με τα αφτιά μας και είδαμε με τα μάτια μας και ψηλάφησαν τα χέρια μας, αυτό μαρτυρούμε». Τα λεγόμενα «απόκρυφα» ή «ψευδεπίγραφα» ευαγγέλια τα παρέκαμψε το λαϊκό σώμα της Εκκλησίας αδιάφορο. Οχι με κριτήριο την «επιστημονική» τους αναξιοπιστία, όπως θα ήθελε η συνοδική εγκύκλιος, αλλά με μοναδικό κριτήριο ότι δεν εξέφραζαν την εμπειρία του, ήταν άσχετα με τις ψηλαφήσεις που κερδίζονται ή χάνονται στη δυναμική του εκκλησιαστικού αθλήματος.

Το κείμενο της συνοδικής εγκυκλίου είναι τυπικά και ολοφάνερα μια ιδεολογική μπροσούρα θρησκευτικής νοησιαρχίας, δογματικών a priori, ειδωλοποίησης του «κύρους» και του «θαύματος» – μπροσούρα παντελώς άσχετη με την εκκλησιαστική εμπειρία και μαρτυρία. Και η διαπίστωση αυτή έχει αμέσως την ερμηνεία της στην αντίληψη που εκφράζουν για την Εκκλησία οι συντάκτες της εγκυκλίου: Ταυτίζουν απροσχημάτιστα την Εκκλησία με τους εαυτούς των, μόνο δηλαδή και αποκλειστικά με τους επισκόπους. H σύνοδος των επισκόπων είναι «η Εκκλησία» που «μιλάει στα παιδιά της», αποφασίζει «με υπεύθυνο και εμπεριστατωμένο τρόπο να τα ενημερώσει» για το βιβλίο και την ταινία «Κώδικας Da Vinci».

Δεν άκουσαν ποτέ, ούτε ως εγκυκλοπαιδική πληροφορία, οι ελλαδικοί επίσκοποι ότι Εκκλησία είναι η ευχαριστιακή κοινότητα των πιστών με τον επίσκοπο «εις τύπον και τόπον Χριστού» και όχι αυτόνομο αξιωματούχο μιας εξουσιαστικής διοικητικής δομής. Στη σύνοδο ο επίσκοπος καταθέτει τη μαρτυρία – εμπειρία του ευχαριστιακού σώματος που εκπροσωπεί, δεν λειτουργεί σαν «στέλεχος» κάποιου «αλάθητου» πατερναλιστικού πολίτ-μπιρό.

Η αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος στην Ελλάδα έχει διαστάσεις αλγεινές. Τις επιτείνει με δραματική οξύτητα, οχτώ χρόνια τώρα, η περίπτωση του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου: σταυρική δοκιμασία για την εκκλησιαστική συνείδηση. Αυτός μιλάει για «Εκκλησία» και εννοεί απροκάλυπτα το εγώ του, αλλοτριώνει την επισκοπική διακονία σε προκλητική επίδειξη κοσμικής εξουσιαστικής ισχύος που αποδείχθηκε και διαπλεκόμενη ακόμα και με κυκλώματα φυλακισμένων ήδη αυτουργών. Χώρια ο ευτελής αυτοηδονισμός του με τη δημοσιότητα, οι εξωφρενικές διακοπές κροίσου στο Παρίσι, το τραγικό σκάνδαλο Κουλουσούσα για το οποίο παραμένει ενακτέος.

Αλλά ποιος να τον εναγάγει; Τα «προς άπαν ευπτόητα» πιόνια της Συνόδου που υπογράφουν εγκυκλίους ντροπής;