ΑΠΟΨΕΙΣ

Πόλεμος ή ειρήνη;

Δέκα χρόνια πριν, στην κρίση των Ιμίων, η ελληνική κοινή γνώμη βίωσε ένα αίσθημα εθνικής ταπείνωσης, το οποίο τροφοδότησε και σχετικές πολιτικές αντιδράσεις. Τότε, ο K. Σημίτης, προσπαθώντας να καλύψει την πολιτική ολιγωρία και ανικανότητα της κυβέρνησής του, είχε καταφύγει στην κινδυνολογία. Είχε απαντήσει στους επικριτές του με το ερώτημα «μα πόλεμο θέλατε να κάνουμε;» Το ψευδές δίλημμα «πόλεμος ή ειρήνη» έχει γίνει η σημαία όλων εκείνων που υποστηρίζουν μία πολιτική κατευνασμού και μη αντίδρασης στις τουρκικές προκλήσεις. Μιας πολιτικής που κατά κανόνα καλύπτει το κυρίαρχο φοβικό σύνδρομο και τη συνακόλουθη πολιτική ολιγωρία.

Το επεισόδιο στην Κάρπαθο, βεβαίως, δεν είχε ούτε τις διαστάσεις ούτε και τις αρνητικές επιπτώσεις εκείνης της κρίσης. Λόγω της απώλειας του σμηναγού Κ. Ηλιάκη, όμως, άφησε μία πολύ πικρή γεύση στην κοινή γνώμη. Και παρότι όλοι συμφώνησαν με την ανάγκη να μη δοθεί συνέχεια στο επεισόδιο, το επιχείρημα περί πολέμου κατέβηκε από το ράφι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για σοφιστεία. Για την ακρίβεια, για κραυγαλέο δείγμα λαϊκισμού σ’ έναν τόσο ευαίσθητο τομέα, όπως είναι η εθνική ασφάλεια.

Αναμφίβολα, τον πρώτο λόγο στη διαχείριση κρίσεων έχει η διπλωματία. Για να είναι αποτελεσματική η διπλωματία πρέπει αφενός να κινείται στο πλαίσιο μιας σαφούς εθνικής στρατηγικής κι αφετέρου να εδράζεται σε επαρκή εθνική ισχύ. Η ύπαρξη εθνικής ισχύος προϋποθέτει αξιόμαχες ένοπλες δυνάμεις, κοινωνική συνοχή, υψηλό φρόνημα, ακμαία οικονομία, αποφασιστικότητα της πολιτικής ηγεσίας και βεβαίως διπλωματικά ερείσματα στη διεθνή σκηνή.

Η Ελλάδα είναι χώρα που υπερασπίζεται το status quo στην περιοχή και επιδιώκει ειρηνικές διαδικασίες. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι κοινός τόπος ότι το έσχατο μέσο υπεράσπισης της εδαφικής ακεραιότητας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός κράτους είναι η ένοπλη άμυνα. Κανένα κράτος δεν μπορεί εκ των προτέρων να την απορρίπτει, γιατί αυτό ισοδυναμεί με πολιτικό αφοπλισμό, ο οποίος οδηγεί σε συνεχείς υποχωρήσεις και φέρνει πλησιέστερα τον πόλεμο και την ήττα.

Ενας δεύτερος αγαπημένος ισχυρισμός όσων υποστηρίζουν την πολιτική της μη αντίδρασης είναι ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις είναι ανίκανες να διεξαγάγουν έναν πόλεμο. Σύμφωνα με τα πιο έγκυρα διεθνή ινστιτούτα στρατηγικών μελετών, η Ελλάδα και η Τουρκία είναι σε θέση να καταφέρουν η μία στην άλλη στρατηγικής σημασίας πλήγματα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το πολιτικο-οικονομικό κόστος μιας σύρραξης την καθιστά απαγορευτική και για τις δύο πλευρές. Δηλαδή, υπάρχει μία σταθερή βάση για αποτροπή του πολέμου.

Η ιστορία έχει διδάξει ότι μόνο όποιο κράτος είναι αποφασισμένο να υπερασπίσει τον εαυτό του συμβάλλει στην ειρήνη. Κανείς δεν πρόκειται να υπερασπίσει την Ελλάδα, εάν η ίδια δεν είναι σε θέση να υπερασπίσει τον εαυτό της. Το γεγονός ότι ανήκει στην Ε.Ε. αποτελεί αναμφίβολα βαρυσήμαντο πολιτικό πλεονέκτημα, αλλά όχι και επαρκή αμυντική ασπίδα. Και επιτέλους, εάν η ελληνική πολιτική ελίτ είναι αποφασισμένη να μη χρησιμοποιήσει τις ένοπλες δυνάμεις για να υπερασπίσει την εδαφική ακεραιότητα, δεν υπάρχει κανένας λόγος η κοινωνία να πληρώνει τόσα πολλά χρήματα για να συντηρεί αξιόμαχες ένοπλες δυνάμεις.