ΑΠΟΨΕΙΣ

Και ύστερα ούτε ψίθυρος…

Nacht, είπε ο Πέτερ Στάιν και εγένετο νύχτα. Ηταν η ένδειξη για την εισαγωγή στον πρώτο μονόλογο του «Φάουστ», εκεί όπου ο ήρωας του Γκαίτε εκμυστηρεύεται την απόγνωσή του. Τη συνείδηση πως παρά τον όγκο των σπουδών του και τη γνώση που έχει συσσωρεύσει η «αλήθεια παραμένει μία και μόνη: τίποτα δεν μπορούμε να γνωρίσουμε πραγματικά». O Γερμανός σκηνοθέτης στέκεται μπροστά σε ένα αναλόγιο, δίπλα του ο πιανίστας Τζιοβάνι Βιταλέτι. Οι ακροατές, στο θέατρο «Ιλίσια», παραμένουν σιωπηλοί, προσηλωμένοι στο μη θέαμα. Ενας άντρας επί σκηνής, που συγκαταλέγεται μεν στους μεγαλύτερους Ευρωπαίους σκηνοθέτες αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να καθηλώσει και το κοινό του ως ερμηνευτής. Ομως ο Στάιν έχει «σωματική» σχέση με τον «Φάουστ». Ξεκίνησε να τον διαβάζει στην εφηβεία του και δεν έχει σταματήσει από τότε, όπως έχει πει ο ίδιος. Γι’ αυτό και η εμφάνισή του στην Αθήνα με επιλογή αποσπασμάτων από το έργο του Γκαίτε, συνοδεία πιάνου, έμοιαζε σαν μια στάση σε αυτήν την καθημερινή τελετουργία του. H ανάγνωση (πλασματική, είναι εμφανές ότι ξέρει το κείμενο απ’ έξω και ανακατωτά), συνδύαζε τη γοητεία και αμεσότητα του παραμυθά με την ευστροφία, σαφήνεια και αυτοπεποίθηση του χαρισματικού δασκάλου και καλλιτέχνη. Χωρίς ίχνος επιτήδευσης, σκηνικού κομπασμού ή ναρκισσιστικής απογείωσης. Ενα παιχνίδι ήταν η αφήγησή του, μόνο που ο αφηγητής γνώριζε «απόλυτα» τους όρους και τους κανόνες του.

Πριν από λίγες ημέρες, από τη σκηνή του θεάτρου «Ιλίσια» και πάλι, ένας άλλος διεθνής της θεατρικής τέχνης -και όχι μόνο- ο Πατρίς Σερό μοιράστηκε με τον Φιλίπ Καλβάριο το κείμενο του Ερβέ Γκιμπέρ «Στον φίλο που δεν μου έσωσε τη ζωή». O συγγραφέας, ασθενής του έιτζ, αυτοκτόνησε το 1991 σε ηλικία 36 χρόνων. H Γαλλία θρήνησε τότε την απώλεια ενός ξεχωριστού και πληθωρικού ταλέντου. H επιλογή του Σερό δεν είναι ούτε τυχαία ούτε υπαγορεύεται από τη στενή σχέση του με τον Γκιμπέρ. Μέσα από μια γραφή σκληρή, αμείλικτα κυνική, ζυμωμένη με την ευαισθησία και διορατικότητα του πάσχοντος καλλιτέχνη, που «ονειρεύεται τον θάνατο», ο Σερό έχει έναν και μόνο στόχο: να ευαισθητοποιήσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο για το έιτζ. Ομως, η παράσταση αυτή, παρά την εκτίμηση που τρέφει το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό για τον Γάλλο σκηνοθέτη, προσέκρουσε σε μία από τις ισχυρότερες νευρώσεις του Νεοέλληνα: την υγεία. Πολλοί ήταν εκείνοι που αρνήθηκαν να δουν «Το μαυσωλείο των εραστών» (όπως ήταν ο τίτλος του), λόγω θέματος. O μηχανισμός απώθησης, ασκημένος από την δαιμονοποίηση (ο «κυρίαρχος» τρόπος αντιμετώπισης του έιτζ στην Ελλάδα) και εν τέλει περιθωριοποίηση των ασθενών και του περιβάλλοντός τους, λειτούργησε και εδώ αποτελεσματικά. Δεν έχουμε τον τρόπο να μιλάμε δημόσια για το έιτζ στην Ελλάδα παρά μόνο ενσπείροντας φόβο και πανικό (η τηλεθέαση και εδώ), ώστε να περάσουμε βιαστικά στο επόμενο στάδιο: τη λήθη.

Ο Σερό και ο Στάιν μάς δίδαξαν. O πρώτος, μέσα από ένα ημερολόγιο νοσηλείας, ότι «τα μυστικά πρέπει να κυκλοφορούν». O δεύτερος, ότι η επεξεργασμένη γνώση επιβάλλεται χωρίς ψιμύθια. Χειροκροτήθηκαν θερμά, επαινέθηκαν από τους καλλιτεχνικούς συντάκτες και απήλθαν. Και ύστερα ούτε ψίθυρος. Τόση «κανονικότητα».