ΑΠΟΨΕΙΣ

Ταραχή αντί σαματά…

Λογικώς η αμηχανία, ο προβληματισμός και οι διαφωνίες για το αν είναι θετική ή αρνητική η πρόταση του κ. Κωστή Στεφανόπουλου για την παραπομπή των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, θα ‘πρεπε να εκδηλώνονται -και μάλιστα εντονότερα- στην Αγκυρα και όχι στην Αθήνα. Ενδεχομένως δε και ο ίδιος ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αποφασίζοντας να δημοσιοποιήσει την πρότασή του μέσω της «Κ» (και όχι να τη διαβιβάσει, συμβουλευτικώς και κατ’ ιδίαν, στη σημερινή κυβέρνηση), ήταν βέβαιος -πάντοτε βάσει της λογικής- ότι θα προκαλούσε ταραχή ή, επί το ορθότερον, σαματά μόνον στην Τουρκία.

Η θέση αυτή τεκμηριώνεται από πληθώρα επιχειρημάτων, κυρίως δε από την 30ετή προϊστορία της προτάσεως, που υποβλήθηκε για πρώτη φορά από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1975. Επιδιώκοντας να αποδείξει διεθνώς την καλή θέληση της Ελλάδος, προπαντός δε να εξουδετερώσει τις ενστάσεις των Ευρωπαίων, που αντιδρούσαν στην ένταξή μας στην ΕΟΚ επικαλούμενοι τις «επικίνδυνες» διαφορές μας με την Τουρκία, ο Κ.Κ. ζήτησε από την Αγκυρα να συναποδεχθεί την παραπομπή του θέματος της υφαλοκρηπίδος στη Χάγη. Η Τουρκία αντέδρασε κατά τρόπο απροκάλυπτα αδιάλλακτο και επιθετικό. Δήλωσε ότι αποδέχεται την πρόταση του Κ.Κ. υπό την «προϋπόθεση» ότι η χώρα μας θα αναγνώριζε ότι η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου είναι προέκταση της Ανατολίας. Οπότε η μισή υφαλοκρηπίδα του Αρχιπελάγους ανήκει στην Τουρκία και όλα τα ελληνικά νησιά του Β. Αιγαίου βρίσκονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα(!). Βεβαίως η τουρκική αυτή «προϋπόθεση» επέλυε αυτομάτως και μονονερώς υπέρ της Αγκυρας την υφιστάμενη «διαφορά», καθιστώντας το Δικαστήριο της Χάγης άχρηστο.

Με τον τρόπο αυτόν η πρόταση του Κ.Κ. προ 30ετίας αποκάλυψε και διεθνώς τα επεκτατικά σχέδια της Τουρκίας, καθώς και την προκλητική περιφρόνησή της προς τις ισχύουσες πολυμερείς συμφωνίες και το διεθνές δίκαιο. Οπωσδήποτε δε οι διαπιστώσεις αυτές, ιδίως εκ μέρους των ευρωπαϊκών κρατών, συνετέλεσαν ώστε οι δύο χώρες να μην θεωρούνται -καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα- συνυπαίτιες και συνυπόλογες για τις μεταξύ τους διαφορές, τόσο στο Αιγαίο όσο και την Κύπρο.

Πέραν, όμως, αυτού η πάγια και επιθετική απόρριψη του Δικαστηρίου της Χάγης από την Αγκυρα πιστοποιεί ενώπιον της διεθνούς κοινής γνώμης κάτι σημαντικότερο. Οτι το λεγόμενο βαθύ κράτος της Τουρκίας αποστρέφεται και αποκλείει κάθε τρίτη διαμεσολάβηση ή δικαστική κρίση στις ελληνοτουρκικές διαφορές. Με την έννοια ότι δεν είναι διατεθειμένο να κάνει και την πλέον ασήμαντη υποχώρηση έναντι των διακηρυγμένων επισήμως διεκδικήσεών του στο Αιγαίο και την Κύπρο, ή των βλέψεών του στην ανατολική Θράκη. Οτι κάθε τυχόν φωνή συνέσεως και συνδιαλλαγής στη γειτονική μας χώρα θεωρείται περίπου ως εθνική προδοσία και καταπνίγεται από το στρατιωτικο-διπλωματικό κατεστημένο. Παράλληλα, όμως, τούτο σημαίνει ότι και η χώρα μας ουδέν διακυβεύβει προτείνοντας παγίως και επιμόνως τη Χάγη. Πολύ περισσότερο διότι οι θέσεις της, τόσο για την υφαλοκρηπίδα όσο και για τα χωρικά ύδατα, βασίζονται στους ισχύοντες διεθνείς κανόνες και συμφωνίες.

Κατόπιν όλων αυτών εύλογα τίθεται το ερώτημα. Γιατί οι πολιτικοί μας αρχηγοί, οι υπουργοί, οι βουλευτές, οι διεθνολόγοι και -ακόμη χειρότερο- οι «εμπειρογνώμονες» δημοσιογράφοι, έσπευσαν να τοποθετηθούν δημοσίως, συμφωνούντες, διαφωνούντες ή αμφιρρέποντες επί της προτάσεως του κ. Στεφανόπουλου; Δυστυχώς κάθε πιθανή απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι απολύτως ασύμβατη με τη στοιχειώδη διπλωματική σκέψη και συμπεριφορά. Ενδεχομένως ουδεμία σχέση έχει και με την κοινή λογική…