ΑΠΟΨΕΙΣ

Ως επιτήδειοι ουδέτεροι…

Η καταδίκη ενός αρχιερέα από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων σε 8ετή κάθειρξη με την κατηγορία της υπεξαιρέσεως, σίγουρα δεν εντάσσεται στις επαγγελίες για κάθαρση στον χώρο της Εκκλησίας. Θα μπορούσε δε να υποστηριχθεί ότι η περίπτωση του μητροπολίτη πρώην Αττικής κ. Παντελεήμονα Μπεζενίτη μάλλον αποδεικνύει την ανειλικρίνεια των επαγγελιών αυτών. Για τον απλούστατο λόγο ότι η σχετική διακήρυξη-δέσμευση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος βασιζόταν στην αυτοκάθαρση της Εκκλησίας, ενώ η πρωτόδικος καταδίκη του ιεράρχη επεβλήθη με απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μάλιστα κατόπιν προσφυγής της Μονής Οσίου Εφραίμ, που αποτελεί επίσης θρησκευτικό φορέα…

Οπως καθορίζει το Σύνταγμά μας, η Εκκλησία της Ελλάδος είναι αυτοκέφαλη και διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, με βάση τον καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας. Η Εκκλησία, λοιπόν, διαθέτει όλα τα όργανα, εποπτικά, ανακριτικά και δικαστικά, με τα οποία θα συνετελείτο η αυτοκάθαρση. Βεβαίως αν λειτουργούσαν, έστω και στοιχειωδώς, οι δύο πρώτες κατηγορίες των οργάνων αυτών, μάλλον δεν θα φθάναμε σε καταδίκες αρχιερέων για κακουργηματικές πράξεις. Η παρουσία, όμως, της Μονής Οσίου Εφραίμ και του μητροπολίτου πρώην Αττικής, ως διαδίκων, σε πολιτικό δικαστήριο, καταδεικνύει ότι όλα τα «αρμόδια» όργανα της Εκκλησίας είτε υπνώττουν, είτε -ακόμη χειρότερο- έχουν εκλάβει το αυτοδιοίκητο ως απαραβίαστο άσυλο, ακόμη και για συμπεριφορές αυθαιρεσίας και ασυδοσίας.

Ως προς τη συγκεκριμένη απραξία της Εκκλησίας ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος αντιτείνει ότι μόνον αυτός και για πρώτη φορά έκανε χρήση του νόμου του 1983, ο οποίος προβλέπει την απομάκρυνση ιεράρχη για σκανδαλισμό των πιστών. Πράγματι, με πρόταση του Αρχιεπισκόπου προ ενός έτους ο μητροπολίτης πρώην Αττικής κηρύχθηκε «σχολάζων» και απομακρύνθηκε από τον μητροπολιτικό του θρόνο. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο κ. Χριστόδουλος έκρινε ότι όφειλε να προχωρήσει στο βαρύτατο(;) αυτό μέτρο, όταν ο κ. Παντελεήμων Μπεζενίτης παραδέχθηκε δημοσίως ότι διατηρούσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς κλπ. το ποσόν του περίπου 1,5 δισ. δρχ. «για τα γεράματά του». Προφανώς ο Αρχιεπίσκοπος και η 12μελής Διαρκής Ιερά Σύνοδος, που κήρυξε σχολάζοντα τον μητροπολίτη πρώην Αττικής, «σκανδαλίσθηκαν» από το έσχον και όχι για το πόθεν των «οικονομιών» του. Εμφανίσθηκαν ως παντελώς αναρμόδιοι να προβούν στην απλή διαπίστωση που συμπεριέλαβε στην καταδικαστική του ετυμηγορία το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Οτι, δηλαδή, τα ποσά που βρέθηκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς του κ. Παντελεήμονα Μπεζενίτη «δεν δικαιολογούνται από τον μισθό του».

Με την ίδια λογική του αναρμοδίου, ή μάλλον του επιτήδειου ουδέτερου, η ηγεσία της Εκκλησίας αποφεύγει και μετά την πρωτόδικη καταδίκη του μητροπολίτου πρώην Αττικής να παρέμβει -έστω και με απαράδεκτη καθυστέρηση- στη συγκεκριμένη υπόθεση. Κατά δήλωση συνεργατών του κ. Χριστόδουλου, η οποία δημοσιεύθηκε στο χθεσινό «Βήμα», ο Αρχιεπίσκοπος θα αναμένει τις δευτεροβάθμιες αποφάσεις του Εφετείου, αλλά και το αποτέλεσμα της ενδεχόμενης προσφυγής του ιεράρχη στον Αρειο Πάγο, προτού τον παραπέμψει σε Συνοδικό Δικαστήριο(!).

Με τα δεδομένα αυτά, η εξαγγελία του Αρχιεπισκόπου για αυτοκάθαρση, η οποία διακηρύχθηκε υπό την πίεση καταγγελιών και αποκαλύψεων για πληθώρα κρουσμάτων διαφθοράς, δεν αποδεικνύεται απλώς ανειλικρινής, όπως προαναφέραμε. Πιθανότατα, διέπεται από υποκρισία, αν δεν συνιστά προσπάθεια αμνηστεύσεως της διαφθοράς στους κόλπους της Εκκλησίας.