ΑΠΟΨΕΙΣ

Διεθνες Βημα

Πριν από δύο χρόνια, η Ιρίνα Αμπντούλοβα, κοινωνιολόγος στο Ιρκούτσκ της Σιβηρίας, παρατήρησε μια αλλαγή. Το ρατσιστικό γκράφιτι που μέχρι τότε στόχευε κυρίως Καυκάσιους, κυριαρχούσε σε όλη τη Ρωσία. Αλλά το 2004 βρήκε καινούργιο στόχο: τους Κινέζους. Από τη σοβιετική κατάρρευση και μετά, ο πληθυσμός της Σιβηρίας και της ρωσικής Απω Ανατολής μειώθηκε πολύ πιο γρήγορα από ό,τι στο σύνολο της χώρας. Στην Απω Ανατολή, κατρακύλησε από περίπου 8 εκατομμύρια το 1991 σε περίπου 6,5 εκατ. σήμερα, ενώ ένα σύνολο 107 εκατ. ανθρώπων ζουν σε τρεις γειτονικές επαρχίες της Κίνας. Οσο μειώνονται οι ρωσικοί αριθμοί και όσο πιο συχνά εμφανίζονται οι Κινέζοι έμποροι και εργάτες στις ρωσικές πόλεις, τόσο περισσότερο γίνεται λόγος για τον «κίτρινο κίνδυνο».

Παρ’ όλα αυτά, την ίδια στιγμή, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στη Σιβηρία ντύνεται με φθηνά ρούχα κινεζικής κατασκευής και τροφοδοτείται από τους Κινέζους εμπόρους. Οι επιχειρήσεις επιθυμούν διακαώς Κινέζους εργάτες. Ετσι, ακόμη και αν χρησιμοποιεί ρατσιστικά συνθήματα, το «λούμπεν προλεταριάτο» της Σιβηρίας επωφελείται από τη γειτνίαση με τον δράκο.

Μια παρόμοια ένταση υπάρχει στην ευρύτερη σχέση ανάμεσα στην πρώην υπερδύναμη και την ανερχόμενη δύναμη του κόσμου. Η Σοβιετική Ενωση και η Κίνα βίωσαν τον δικό τους ψυχρό πόλεμο, που έληξε οριστικά μετά την επίσκεψη του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στο Πεκίνο, το 1989. Σήμερα, διατείνεται ο Αλεξάντερ Λούκιν, του Κρατικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας, οι σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών βρίσκονται στο καλύτερο σημείο τους. Μια διασυνοριακή διένεξη (από τις μακροβιότερες στον κόσμο και αιτία πολέμου το 1969) διευθετήθηκε το 2004. Η Ρωσία και η Κίνα ήλθαν πιο κοντά, κατά τη διάρκεια των αεροπορικών επιδρομών του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, με τις οποίες ήταν και οι δύο αντίθετες. Εκτοτε, έχουν θέσει κοινό στόχο τους την εναντίωση σ’ αυτό που και οι δύο θεωρούν ως τον κίνδυνο της αμερικανικής «ηγεμονίας». Και οι δύο, επίσης, θεωρούν το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου είναι μόνιμα μέλη, ως το καλύτερο πεδίο δράσης τους. Μετά τον Σεπτέμβριο του 2001, θορυβήθηκαν και οι δύο από τη νέα αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Κεντρική Ασία.

Η αμοιβαία έλξη αντανακλά και θετικούς παράγοντες. Η Κίνα είναι προ πολλού ο μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικών όπλων. Ολο και πιο εξηρτημένη από εισαγόμενο πετρέλαιο και αέριο, θέλει να εξελιχθεί και στον μεγαλύτερο αγοραστή ρωσικής ενέργειας. Η Ρωσία έχει υποσχεθεί τρεις νέους αγωγούς – δύο για αέριο και ένα για τη μεταφορά πετρελαίου από τη Σιβηρία στα σύνορα· και οι υψηλές τιμές έχουν καταστήσει εφαρμόσιμη την αποστολή ρωσικού πετρελαίου σιδηροδρομικώς.

Ο Σι Γινχόνγκ, του Πανεπιστημίου Ρένμιν στο Πεκίνο, διατείνεται ότι οι δεσμοί με την Αμερική εξακολουθούν να είναι σημαντικότεροι για την Κίνα απ’ ό,τι οι δεσμοί της με τη Ρωσία. Για την Κίνα, οι δύο σχέσεις εμπλέκονται. Για παράδειγμα, η Ρωσία μετέχει στις εξαμερείς διαπραγματεύσεις με τη Βόρεια Κορέα· αλλά η Κίνα θα προτιμούσε να μονοπωλεί τη διπλωματία σ’ εκείνη την περιοχή, χρησιμοποιώντας τους υποτιθέμενους στενούς δεσμούς της με την Πιονγκ Γιανγκ ως μοχλό διαπραγμάτευσης με την Αμερική για την Ταϊβάν. Επιπλέον, όπως αναφέρει ο Ντμίτρι Τρένιν του Κέντρου Κάρνεγκι της Μόσχας, η σύζευξη Ρωσίας – Κίνας δεν αποτελεί πια ένα είδος διπλωματικής απιστίας, που χρησιμοποιείται και από τις δυο για να ενοχλούν την Αμερική: έχει «μια δική του δυναμική».

Αν η Αμερική είναι σχετικώς ατάραχη από τη ρωσο-κινεζική συμμαχία, αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή τη θεωρεί εύθραυστη. Η κοινή αφοσίωσή τους στην «πολυπολικότητα» των διεθνών σχέσεων προσφέρει μόνο ένα προσωρινό σύνδεσμο. Οταν αναδυθεί ο αδιαμφισβήτητος κινεζικός πόλος, η Ρωσία πιθανότατα θα αναζητήσει νέους εταίρους για να αντισταθμίσει την κινεζική ισχύ. Οι κοινές ανησυχίες τους για τον ρόλο της Αμερικής στην Κεντρική Ασία κρύβει μια υποβόσκουσα αντιπαλότητα για επιρροή και πλουτοπαραγωγικές πηγές.