ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αλήθεια και οι πολίτες

Μερικές, εάν όχι τις περισσότερες φορές, οι όροι υπό τους οποίους διεξάγεται ο δημόσιος πολιτικός διάλογος εκπλήσσουν δυσάρεστα. Χαρακτηριστικά είναι δύο παραδείγματα των τελευταίων ημερών τα οποία αφορούν τα μεγάλα κόμματα εξουσίας, τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, που θα διεκδικήσουν τη λαϊκή εντολή στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Την Κυριακή ο υπουργός Απασχόλησης κ. Σ. Τσιτουρίδης, που δικαιολογημένα συγκαταλέγεται στους πλέον επαρκείς υπουργούς, τοποθετήθηκε ακροθιγώς επί του ενδεχομένου να μεταβληθεί ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων προκειμένου να αντιμετωπιστεί το μείζον, για την περαιτέρω πορεία της οικονομίας, πρόβλημα του ασφαλιστικού. Την επομένη -και υπό το βάρος ενδεχομένως ορισμένων «πρωτοσέλιδων»- ο κ. Σ. Τσιτουρίδης υποχρεώθηκε σε στροφή 180 μοιρών και επιχείρησε να πείσει την κοινή γνώμη ότι η αναμόρφωση του ασφαλιστικού, που έχει εξαγγελθεί για την επόμενη τετραετία, θα πραγματοποιηθεί χωρίς μεταβολή στα όρια ηλικίας, χωρίς αύξηση των καταβολών των εργαζομένων και χωρίς μείωση του χορηγούμενου ποσού. Δύο ημέρες αργότερα, απευθυνόμενος στο Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κ. Γ. Παπανδρέου, επανασύροντας από τα συρτάρια της Χαριλάου Τρικούπη τη σημαία της μεταρρύθμισης, πρότεινε μια «εθνική κοινωνική συμφωνία» προκειμένου να προωθηθούν οι διαρθρωτικές αλλαγές που θα διασφαλίζουν την επιτυχή παρουσία της χώρας σ’ ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Ομως, και στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ακριβές περιεχόμενο της πρότασης του προέδρου του ΠΑΣΟΚ παρέμεινε «σακάκι αδειανό»: Κάθε μεταρρύθμιση συνεπάγεται αλλαγές των συνθηκών εργασίας, των παροχών και των υποχρεώσεων των εργαζομένων, του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και της λειτουργίας επιχειρήσεων και άλλα πολλά. Και για όλα ετούτα, ο κ. Γ. Παπανδρέου απέφυγε να τοποθετηθεί με σαφήνεια.

Είναι προφανές, ότι τα δύο μεγάλα κόμματα ειδικά σε άτυπες προεκλογικές περιόδους όπως η τρέχουσα, αποφεύγουν, λόγω πολιτικού κόστους, να απευθυνθούν στο σώμα των ψηφοφόρων με τη γλώσσα της αλήθειας. Αφήνουν δηλαδή τον «λογαριασμό» για την επομένη των εκλογών. Ομως, οι συνέπειες της επιλογής τους είναι πολλαπλά επιζήμιες. Οσο η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ αποφεύγουν τον ανοικτό και ουσιαστικό διάλογο με την εκλογική τους βάση για τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας απεμπολούν συνειδητά τον παιδευτικό τους ρόλο και αντί να ηγούνται της χώρας, καθοδηγούνται από μικροκομματικούς υπολογισμούς. Επιπροσθέτως, με πρακτικές όπως οι ανωτέρω, καταστρατηγείται μια θεμελιώδης αρχή της Δημοκρατίας. Διότι, οι μη ενημερωμένοι πολίτες, όταν φθάνει η ώρα της κάλπης, επιλέγουν με ελλιπή δεδομένα. Και τούτο λίγο απέχει από το να συνιστά σοβαρή στρέβλωση του πολιτεύματος. Τέλος, και τούτο είναι το πλέον σημαντικό, η κοινή γνώμη δεν είναι δυνατόν να αποκτήσει την πολιτική κουλτούρα που απαιτείται προκειμένου να στηρίξει ενεργά τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες έχουν μετατεθεί για την επομένη των προσεχών εκλογών.