ΑΠΟΨΕΙΣ

Για το κόστος της υγείας

Τα προβλήματα που γεννιώνται από το γέρασμα του πληθυσμού το ξέρουν καλύτερα από κάθε άλλον τα ασφαλιστικά ταμεία – και είναι προβλήματα που δεν λύνονται με ρητορικά ευρήματα ή με επικοινωνιακά τρικ. Ζούμε περισσότερο και όσο περισσότερο ζούμε τόσο αυξάνουν τα χρόνια κατά τα οποία εισπράττουμε συντάξεις και κατά τα οποία χρειαζόμαστε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και μάλιστα ακριβότερη. Αντίστοιχα, τόσο μειώνονται, αναλογικά, τα χρόνια κατά τα οποία καταβάλλονται από εμάς και από τους εργοδότες μας, οι εισφορές προς τα ταμεία. Και όσο, στατιστικά, αυξάνουν τα χρόνια που ελπίζουμε να ζούμε (το λιγότερο «προσδόκιμο» της ζωής) τόσο τα προβλήματα αυτά επιτείνονται.

Σε αυτά τα έτσι και αλλιώς υπάρχοντα και αναμενόμενα προβλήματα προσθέτουν νέα οι εξελίξεις της βιολογίας, της ιατρικής και των αντιστοίχων τεχνολογιών. Γιατί οι νέες θεραπείες, τα νέα φάρμακα και τα νέα ιατρικά μηχανήματα που προαναγγέλλονται φαίνεται ότι θα είναι πανάκριβα. Αρκεί μόνο να σκεφθούμε πόσο θα πρέπει να κοστίζει η παραγωγή εξατομικευμένων φαρμάκων για τον κάθε ασθενή, ανάλογα με το αποκρυπτογραφημένο γονιδίωμά του, για να καταλάβουμε ότι οι δυνατότητες που προσφέρουν ή θα προσφέρουν οι ανακαλύψεις της βιολογίας και οι αντίστοιχες εφευρέσεις της φαρμακοβιομηχανίας θα κινούνται σε πολύ υψηλά επίπεδα κόστους.

Κάποιες σκέψεις έχουν ήδη διατυπωθεί και πρέπει να εξετασθούν με ψυχραιμία, σε βάθος, γιατί η συνοπτική απόρριψή τους αποτελεί δημαγωγική παραγνώριση ενός υπαρκτού προβλήματος. Μια τέτοια σκέψη είναι η ανακούφιση των ασφαλιστικών ταμείων με κάποια συμμετοχή του ασθενούς στις δαπάνες της περίθαλψής του. Η πρόταση ίσως είναι αναπόφευκτη αλλά δεν αποτελεί ριζική λύση του προβλήματος και πάντως δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αυξημένης ανισότητας στην παροχή των υπηρεσιών υγείας.

Το βάρος των ευρεσιτεχνιών

Εντονότερα συζητείται, ιδίως τον τελευταίο καιρό, η ιδέα να περιορισθεί το κόστος των φαρμάκων με την κατάργηση των ευρεσιτεχνιών στα φαρμακευτικά προϊόντα ή, έστω, με τον περιορισμό των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Αλλά οι ευρεσιτεχνίες δεν είναι δώρο του νομοθέτη προς τις φαρμακοβιομηχανίες. Είναι πρόσκαιρα αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης καινούργιων φαρμάκων που δίνει το κράτος στους βιομηχάνους ως ανταλλάγματα για τις επενδύσεις που έχουν κάνει στις (μακρές και συχνά αβέβαιες) έρευνες για τη δημιουργία νέων φαρμάκων. Αν καταργηθούν ή περιορισθούν σε κρίσιμο βαθμό τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας θα λείψει το κίνητρο για τις ερευνητικές επενδύσεις και θα σταματούσε η πρόοδος στον τομέα των νέων φαρμάκων δηλαδή η πρόοδος στον πιο κρίσιμο τρόπο αντιμετώπισης των ασθενών.

Ως μέση λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος έχει προταθεί και έχει εφαρμοσθεί η μη ισχύς των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τις φτωχότερες χώρες ή η πώληση των φαρμάκων προς αυτές σε φθηνότερες τιμές, χωρίς την επιβάρυνση που προκαλείται από τα δικαιώματα των ευρεσιτεχνιών. Η ιδέα είναι γόνιμη αλλά συχνά κάποιες εφαρμογές της έχουν οδηγήσει σε απροσδόκητα αποτελέσματα. Φαντασθείτε την έκπληξη των τελωνειακών αρχών σ’ ένα μεγάλο ευρωπαϊκό αεροδρόμιο όταν συστηματικά διαπίστωναν την εισαγωγή ποσοτήτων ενός ακριβού φαρμάκου για τη νοσηλεία τους έιτζ με προέλευση αναπτυσσόμενη χώρα της Δυτικής Αφρικής. Τι συνέβαινε; Η χώρα αυτή εισήγε από την Ελβετία μεγάλες ποσότητες του φαρμάκου αυτού σε προνομιακές τιμές για να τις επανεξαγάγει με κέρδος στην Ευρώπη όπου το φάρμακο πουλιόταν ακριβότερα.

Προσανατολισμός ερευνών

Πρόσφατα ακούστηκε και μια άλλη ιδέα για τον μακροχρόνιο περιορισμό του κόστους της υγείας ή έστω για την αποτροπή της αύξησής του εξαιτίας νέων βιολογικών ανακαλύψεων: ο «κατάλληλος» προσανατολισμός των ερευνών σε τρόπο ώστε να αποβλέπουν περισσότερο σε βελτίωση της ποιότητας της ζωής και όχι σε μια παράτασή της με κάθε θυσία (ας πούμε, λέει, πάνω από τα 80 χρόνια). Αφετηρία ήταν η σκέψη ότι η κοινωνία και ο κάθε άνθρωπος έχουν μεγαλύτερη ωφέλεια από μια βελτίωση της ποιότητας της ζωής (προπάντων χωρίς τις εκφυλιστικές αρρώστιες όπως το Αλτσχάιμερ ή το Πάρκινσον) παρά από μια παράτασή της πέρα από το σημερινό προσδόκιμο που θα συνοδευόταν από δυσανάλογα μεγάλες δαπάνες περίθαλψης με φάρμακα ή με μηχανική στήριξη.

Η πρόταση, ονομαζόμενη «πρόταση περιορισμένης προόδου» (του David Callahan στο συλλογικό έργο: Το μέλλον των βιοεπιστημών· πρόλογος Φ. Καφάτου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) συνοδευόταν από επίκληση παραδειγμάτων παρμένων από άλλους τομείς τεχνικών εξελίξεων. Ετσι, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων εδώ και πενήντα περίπου χρόνια, όταν το όριο συνηθισμένης ταχύτητας έφθασε περίπου τα 150 χιλιόμετρα, έπαψαν να αναζητούν και άλλη αύξηση (που θα απαιτούσε ειδική δαπανηρή κατασκευή των αυτοκινητοδρόμων) και αποβλέπουν σε μεγαλύτερη ασφάλεια, μεγαλύτερη άνεση, χαμηλότερη κατανάλωση καυσίμων. Κάτι ανάλογο συνέβη και με τα αεροπλάνα. Ενώ το Κονκόρτ έδειξε ότι η κατασκευή υπερηχητικών αεροπλάνων είναι δυνατή, τα σχέδια εγκαταλείφθηκαν για να κατασκευάζονται πιο ασφαλή, πιο άνετα, πιο οικονομικά αεροσκάφη. Ετσι, εγκαταλείφθηκαν και τα επανδρωμένα διαπλανητικά ταξίδια, ενώ έχει αποδειχθεί ότι είναι δυνατόν, αλλά τελικά άσκοπο να περπατάει ο άνθρωπος στο φεγγάρι.

Η ιδέα, σωστή κατά βάση, προκαλεί κάποιες κρίσιμες παρατηρήσεις και κυρίως ότι ο προσανατολισμός της έρευνας δεν είναι κάτι αυτονόητο. Η έρευνα -ας το ελπίσουμε- κατευθύνεται κατά πρώτο λόγο από την έμπνευση του ερευνητή, άντε και από το στάδιο των προηγουμένων ερευνών του και άρα είναι και θα ‘πρεπε να μείνει ελεύθερη. Κατά δεύτερο λόγο, η έρευνα κατευθύνεται από τα συμφέροντα εκείνων που τη χρηματοδοτούν. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτοί είναι κυρίως οι φαρμακευτικές εταιρείες και οι εταιρείες παραγωγής ιατρικών μηχανημάτων – αυτοί καθορίζουν την κατεύθυνση της έρευνας ανάλογα με το ποιο προϊόν θα αποφέρει τα μεγαλύτερα κέρδη. Τελευταίο στη σειρά έρχεται το δημόσιο συμφέρον, αλλά και γι’ αυτό υπάρχουν διάφορες αντιλήψεις, συχνά συγκρουόμενες.

Ο χρόνος εργασίας

Ισως θα πρέπει να συμπορευθούν όλοι οι τρόποι αντιμετώπισης του κόστους της υγείας και αυτοί που αναφέρθηκαν αλλά και άλλοι. Αυξημένης αποτελεσματικότητας θα ήταν αυτός που προηγουμένως αναφέρθηκε ως αναπόφευκτος: η παράταση του χρόνου ενεργητικής συμμετοχής στη διαδικασία της παραγωγής, δηλαδή η παράταση του χρόνου καταβολής εισφορών και η αντίστοιχη μείωση της διάρκειας της συνταξιοδότησης. Αφού καταφέραμε να ζούμε περισσότερο και αφού διατηρούμε και σε μεγαλύτερες ηλικίες τις παραγωγικές μας δυνάμεις, δεν έχει νόημα να παίρνουμε σύνταξη στην ίδια ηλικία που παίρναμε πριν από πενήντα ή πριν από εκατό χρόνια. Θα μπορούσε κανείς να επικαλεσθεί και το επιχείρημα ότι έτσι μειώνεται και η διάρκεια της ζωής με σύνταξη που μπορεί να είναι χρόνια απόλαυσης ή χρόνια πλήξης, αλλά το επιχείρημα δεν θα είχε αληθινή βάση· εκείνο που συνήθως συμβαίνει είναι ότι παράλληλα με τη σύνταξη ασκείται και κάποια κερδοφόρα εργασία λιγότερο ή περισσότερο «μαύρη», πάντως χωρίς καταβολή ασφαλιστικών εισφορών.

Μια τέτοια λύση θα ήταν προφανώς δυσάρεστη για τους εργαζομένους και προφανώς θα προκαλούσε την αντίδρασή τους. Το πρόβλημα όμως υπάρχει, τα αίτιά του είναι σε τελευταία ανάλυση ευχάριστα (η παράταση της ζωής και της υγείας) και η λύση του δεν μπορεί παρά να είναι δυσάρεστη. Οσο γρηγορότερα αντιμετωπισθεί τόσο λιγότερες θα είναι οι δυσάρεστες επιπτώσεις του.