ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ζωή στα σκουπίδια

Αν υπάρχει μια πλευρά της Ελλάδας που όσα «ευρωπαϊκά» χρόνια κι αν έχουν περάσει εξακολουθεί να παραμένει πεισματικά τριτοκοσμική, είναι η απουσία σεβασμού σε ό,τι δεν είναι ιδιωτικό, αλλά δημόσιο. Ο,τι δεν ανήκει στα όρια της ατομικής ιδιοκτησίας και δεν περιλαμβάνεται σε αυτή, προορίζεται για σκουπιδότοπος. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τα ίδια τα ίδια τα σκουπίδια, αλλά με κάθε λογής απόβλητα και βρωμιά: από τη ρύπανση, μέχρι τη διαφθορά. Ομως, σ’ αυτά τα απόβλητα, η δήθεν «ευαίσθητη», «ανθρώπινη» και «διαφορετική» Ελλάδα έχει καταφέρει να εντάξει ακόμα και την ανθρώπινη ζωή. Και το κακό είναι πια τόσο μεγάλο που έχει αναχθεί σε αυτονόητο: Σκοτώνονται χιλιάδες στους δρόμους. Ε, και; Ετσι δεν γίνεται; Φυσικό δεν είναι;

Οχι. Ούτε φυσικό είναι ούτε έτσι γίνεται. Πουθενά. Οποιος έχει οδηγήσει στο εξωτερικό, στις πιο πολλές από τις χώρες της Ευρώπης ή στις ΗΠΑ αλλά και αλλού, γνωρίζει πολύ καλά ότι η οδική ασφάλεια είναι ο κατεξοχήν τομέας της καθημερινότητας στον οποίο τα κράτη εξαντλούν σχεδόν την αυστηρότητά τους. Ομως, σε αντίθεση με την ελληνική, εκείνες οι κοινωνίες όχι απλώς αποδέχονται, αλλά κυριολεκτικά επιβάλλουν οι ίδιες μια τέτοια συμπεριφορά. Μπορείς να ταξιδεύεις ώρες ή και μέρες ολόκληρες, από μια πόλη της Αμερικής σε μιαν άλλη, και να ψάχνεις αλλά να μη βρίσκεις ένα όχημα που να παραβιάζει τα όρια ταχύτητας ή τους κανόνες κυκλοφορίας ανάμεσα στα χιλιάδες που θα συναντήσεις στον δρόμο σου. Στην Ευρώπη, αν ένας οδηγός πατήσει μια διάβαση πεζών, γίνεται αμέσως στόχος, δέχεται επίθεση. Εδώ, διαβάσεις πρακτικά δεν υπάρχουν. Κι αυτό γίνεται ανεκτό απ’ την κοινωνία. Αλλά γιατί; Τι συμβαίνει;

Συμβαίνει κάτι πολύ απλό. Οι δρόμοι στην Ελλάδα δεν αστυνομεύονται. Είναι σαν να αφήνεις τα ταμεία των τραπεζών ανοιχτά και να μπαίνει ο καθένας να παίρνει ό,τι θέλει. Ε, δεν θα μείνει τίποτα. Κατ’ ουσίαν, αυτό γίνεται με τους ελληνικούς δρόμους. Οι οδηγοί νιώθουν ανεξέλεγκτοι. Και σωστά νιώθουν, γιατί είναι ανεξέλεγκτοι. Πρακτικά, ο καθένας κάνει ό,τι θέλει.

Και, ξαφνικά, μέσα σε ένα πρωί, η χώρα αποκτά ένα δρακόντειο σύστημα ποινών για τη συμπεριφορά στους δρόμους. Πρόστιμα που φτάνουν στον βασικό μισθό επαπειλούνται τώρα για παραβάσεις που μέχρι χθες περνούσαν απαρατήρητες. Υπάρχει κανείς που να φαντάζεται ότι αυτό θα λειτουργήσει;

Στην αλλοδαπή, όμως, οι «κουτόφραγκοι», έχουν άλλες μεθόδους. Σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ, λ.χ., όταν κάνεις μια παράβαση πληρώνεις το πρόστιμο που δεν σε εξοντώνει. Ομως, ταυτόχρονα -τι πιο λογικό- αρχίζεις να θεωρείσαι επικίνδυνος οδηγός και σου ανεβαίνει η ασφάλεια. Κάνεις μια δεύτερη; Αρχίζει να σε πνίγει η ασφάλεια. Την ίδια στιγμή, γράφεις πόντους στο «πόιντ σύστεμ». Κι έτσι, ξέρεις ότι οι παραβάσεις σου θα σε συνοδεύουν, θα ζεις μαζί τους. Θα τις πληρώνεις για χρόνια, θα κινδυνεύεις να μην μπορείς πια να οδηγήσεις. Κι αυτό είναι που μετράει.

Τα «σκληρά» μέτρα τα ‘χουμε ξαναδεί: Οταν κάποτε ο γερανός έπαιρνε τα αυτοκίνητα όσων είχαν πιει και οδηγούσαν. Ε, πήρε όσα πήρε για λίγες εβδομάδες και μετά… βαρέθηκε. Το μέτρο κατέπεσε στην πράξη, όπως θα καταπέσουν κι αυτά που έρχονται τώρα. Γιατί δεν είναι μέτρα που οδηγούν την κοινωνία να αλλάξει, αλλά την τιμωρούν. Και μάλιστα άδικα, καθώς η τιμωρία είναι πολύ σκληρότερη για τους φτωχότερους.

Στους ευρωπαϊκούς και τους αμερικανικούς δρόμους, ο οδηγός γνωρίζει ότι η αστυνομία είναι διαρκώς εκεί. Οτι δεν μπορεί εύκολα να της ξεφύγει και να μετατρέψει το όχημά του σε φονικό όπλο. Εδώ, είναι ακριβώς το ανάποδο. Η αστυνόμευση των δρόμων θεωρείται ένα είδος καταπίεσης και η παράβαση των κανόνων μορφή… αντίστασης. Και τα νέα μέτρα, το μόνο που κάνουν είναι να ενισχύουν αυτή την πεποίθηση. Αλλά, με χιλιάδες αστυνομικούς να έχουν μετατραπεί σε «φιλιππινέζες» των πάσης φύσεως ισχυρών, δεν περισσεύουν πια και πολλοί για τους δρόμους. Ετσι, η εύκολη λύση είναι ο «μπαμπούλας» των δυσανάλογων μέτρων, που, για μια ακόμα φορά, δεν θα καταφέρουν να βγάλουν την ανθρώπινη ζωή απ’ τα σκουπίδια. Αλλά για να γίνει αυτό, εκείνοι που φτιάχνουν τους κανόνες, θα πρέπει να νοιάζονται. Πραγματικά. Θα πρέπει να περνούν έξω από το ΚΑΤ και να νιώθουν ευθύνη για ό,τι συμβαίνει μέσα. Αλλιώς δεν γίνεται. Και αυτού του είδους η ευθύνη είναι που δεν υπάρχει πια ούτε στην Ελλάδα ούτε στην πολιτική της.