ΑΠΟΨΕΙΣ

Η διαθήκη του Θεάτρου Τέχνης

Σάββατο βράδυ στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Ο θάνατος του Γιώργου Λαζάνη ακόμη νωπός, οι συζητήσεις περί «διαδοχής» και «κληρονομιάς» πυκνώνουν, τα μαχαίρια ακονίζονται, διακριτικά μεν, ρυθμικά δε, από τους επιγόνους, κάποιοι μιλούν για τέλος εποχής, κάποιοι άλλοι πιστεύουν ακράδαντα στη συνέχεια. Το γνώριμο υπόγειο στην Πεσμαζόγλου δεν φέρει σημάδια αναστάτωσης ή αγωνίας. Η μορφή του Κουν δεσπόζει σταθερά, καθησυχαστικά, στην κεντρική φωτογραφία του φουαγιέ, ο χώρος φέρει την ιστορία του, το παρελθόν του, χωρίς παρεμβολές ή, εμφανείς τουλάχιστον, αναταράξεις. Οι νεαροί μαθητές της Δραματικής Σχολής (και ταλαντούχοι όπως διαπιστώσαμε από την παράσταση «Ενα όνειρο» κατά το σαιξπηρικό «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας»), φροντίζουν για το πρόγραμμα, την ταξιθεσία, τις αλλαγές των σκηνικών. Παλιά συνήθεια του Θεάτρου Τέχνης, που καλλιεργεί την ομαδικότητα, το αίσθημα ισοτιμίας και συλλογικότητας.

Φυλλομετρώντας το πρόγραμμα, στο πρώτο εσώφυλλο μια σκέψη του Κουν: «… Τα όνειρά μου είναι πάντα ίδια, απλώς άλλαξαν σχήματα και ρυθμούς. Ονειρό μου ήταν να φτιάξω ένα θέατρο. Τώρα σκέπτομαι πώς θα το κρατήσω. Κάθε μέρα είναι για μένα μια πάλη. Δεν κατακάθισα ποτέ, δεν επαναπαύτηκα. Εκείνο που πιστεύω ότι έχει μεγάλη σημασία για έναν άνθρωπο είναι να μπορεί να ονειρεύεται…».

Από το 1987 που ο «δάσκαλος» έφυγε οι τρεις πιο κοντινοί μαθητές του (Λαζάνης, Κουγιουμτζής, Αρμένης) ανέλαβαν το φορτίο της συνέχειας. Ο ένας διαφώνησε και αποχώρησε, απέμειναν οι άλλοι δύο, στο τέλος μόνος ο Λαζάνης. Στη διάρκεια αυτής της 20ετίας, περίπου, υπήρξαν πολλοί κλυδωνισμοί, οικονομικά προβλήματα, μια σταδιακή, μελαγχολική, απόσυρση από την πρωτοπορία της θεατρικής ζωής στα ενδότερα και σιγά σιγά στις παρυφές της. Την τελευταία τριετία παρουσιάστηκε μια αισιόδοξη κινητικότητα, ανανέωση προσώπων και ρεπερτορίου, αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος του κοινού.

Το Θέατρο Τέχνης πλησίασε την επιθυμία του «δασκάλου». Αρχισε και πάλι να ονειρεύεται. Η παράσταση του σαιξπηρικού έργου (σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη), ένας χείμαρρος εικόνων, με παλμό, φλόγα, κέφι, ιδέες και χάρη, είναι μια ευπρόσδεκτη «συνέχεια». Το θέατρο, όπως σημειώνει και η Λούλα Αναγνωστάκη, είναι η «πιο ευπαθής μορφή τέχνης». Για να λειτουργήσει αισθητικά είναι απαραίτητος ο τέλειος και διαρκής συντονισμός δέκτη – πομπού.

Τα δημοσιεύματα για το ποιος δικαιούται πλέον τον τίτλο του «κληρονόμου» πυκνώνουν, όπως και οι φήμες ότι έχουν αρχίσει τα, άηχα προς το παρόν, πισωμαχαιρώματα. Υπόκωφος ο θόρυβος, διαβάζουμε μόνο τις αιχμές του. Η διαθήκη έχει, προφανώς, τη νομική σημασία της και τις οικονομικές απολαβές της. Ομως για το κοινό, για τους «πολλούς» που κάνουν το θέατρο να ζει και να υπάρχει, όλα αυτά έχουν μικρή, ελάχιστη σημασία. Και γεννούν και μια θλίψη. Σκιαμαχία μάλλον παρά αγώνας υπαρκτός, οι αντιπαραθέσεις των εναπομεινάντων, για ένα όνομα πού ανήκει σε ποιόν αλήθεια; Ο Κουν το δημιούργησε και το πήρε μαζί του, πάνε 20 χρόνια τώρα. Η μόνη διαθήκη βρίσκεται επί σκηνής. Εκεί και οι «κληρονόμοι».