ΑΠΟΨΕΙΣ

«Ασυνείδητη» ψήφος;

Δεν χρειάζεται να προσφύγουμε στα λεξικά για να πληροφορηθούμε τι σημαίνει «συνείδηση». Το ξέρουμε, το νιώθουμε, το ζούμε, ότι στην έννοια αυτή συναντάται η γνώση, η αίσθηση για ό,τι συντελείται γύρω και μέσα μας, η ικανότητα αντίληψης και ο βίος βάσει ηθικών κανόνων. Η συνείδησή μας είναι η ταυτότητά μας, κι όχι πλαστικοποιημένη βέβαια σαν την αστυνομική, αλλά άυλη. Δεν μπορούμε λοιπόν να την αφήσουμε σπίτι μας ή στο γραφείο, δίκην γραβάτας ή μολυβιού. Με τούτα τα τετριμμένα κατά νου, τι θα μπορούσε άραγε να σημαίνει η φόρμουλα «ψήφος κατά συνείδηση», στην οποία καταφεύγουν συχνά οι κομματικοί μηχανισμοί, άλλοτε από αμηχανία και άλλοτε από κουτοπονηριά; Και τι ακριβώς ήθελε να πει ο κ. Γ. Παπανδρέου, ο οποίος δήλωσε προχθές ότι ο ίδιος θα υπερψηφίσει την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, ενώ όσα στελέχη του κόμματός του έχουν διαφορετική άποψη και αντιτίθενται στην ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, θα «ψηφίσουν κατά συνείδηση»; Κατά συνείδηση δεν θα ψηφίσει και αυτός, κατά τους ορισμούς δηλαδή της δικής του συνείδησης;

Στην παράδοση των κομμάτων, η στάση ή η προτροπή που συνοψίζεται στο δόγμα «ψήφος κατά συνείδηση» είναι ένα τέχνασμα προληπτικής απαλλαγής από την ευθύνη που τους αναλογεί. Αίφνης, όταν το υιοθετούν στο ενδιάμεσο μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου γύρου των δημοτικών εκλογών, όταν δηλαδή θυμούνται ξαφνικά (χωρίς ωστόσο να το πολυπιστεύουν) ότι τα μέλη και οι οπαδοί τους παραμένουν ελεύθεροι πολίτες, επιλέγουν απλώς να μη φορτωθούν το βάρος μιας σαφούς απόφασης, ώστε να μη χρεωθούν την ενδεχόμενη μαζική αποδοκιμασία της.

Με τη συνείδησή μας ψηφίζουμε κάθε φορά, είτε λοιποί πολίτες είμαστε είτε βουλευτές. Κι ακόμα κι όταν τυχαίνει να ενδώσουμε και να ψηφίσουμε άλλο κόμμα από αυτό που κατά βάθος εκτιμούμε ή άλλη πρόταση από κείνη που εκφράζει πιστότερα τις ιδέες μας, και τότε η συνείδησή μας μας καθοδηγεί, διά της νοθεύσεώς της αυτήν τη φορά· το πού μπορεί να οφείλεται αυτή η νόθευση, και το πώς και γιατί της επιτρέπουμε να συντελεστεί, παραμένουν ζητήματα της πολιτικής παρά της ψυχολογίας. Για αρκετούς πολιτικούς, λόγου χάρη, το δικαίωμά τους να έχουν ελεύθερη βούληση και προσωπική άποψη, και να την υποστηρίζουν μέχρι τέλους, υπολείπεται σε αξία του «κομματικού χρέους» τους, της υποχρέωσής τους, δηλαδή να πειθαρχούν και να υποκρίνονται τους ενθουσιασμένους ακόμα κι όταν διαφωνούν. Αλλά αυτή ακριβώς η στάση επιτρέπει στους ηγέτες να εννοούν την «ψήφο κατά συνείδηση» σαν ένα έκτακτο δωράκι που το προσφέρουν με χουβαρντοσύνη στους ευπειθείς υφισταμένους τους.