ΑΠΟΨΕΙΣ

Αντοχή και δυσαρέσκεια

Αξιοθαύμαστη αντοχή επιδεικνύει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και ο πρωθυπουργός κ. Κ. Καραμανλής, όπως έδειξε το Βαρόμετρο της VPRC και επιβεβαίωσαν και όλες οι άλλες έρευνες της κοινής γνώμης. Παρότι η κυβέρνηση διανύει πλέον το δεύτερο ήμισυ της θητείας της, διάστημα κατά το οποίο είθισται να εκφράζεται δυσαρέσκεια για επί μέρους πτυχές της πολιτικής της, η Νέα Δημοκρατία όχι μόνο προηγείται σταθερά του ΠΑΣΟΚ, αλλά διευρύνει εκ νέου τη διαφορά της έναντι του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και αν η «ψαλίδα» μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων παρουσιάζει κάποιες διαφοροποποιήσεις (από 1,7 έως 4,5 ποσοστιαίες μονάδες), αδιαμφισβήτητη είναι η συντριπτική υπεροχή του κ. Καραμανλή έναντι του κ. Γ. Παπανδρέου στο ερώτημα περί του καταλληλότερου πρωθυπουργού, αλλά και η υπεροχή της Νέας Δημοκρατίας ως «πιο ικανής κυβέρνησης» να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες.

Επομένως η πολιτική ηγεμονία της Νέας Δημοκρατίας δεν φαίνεται να αμφισβητείται. Ωστόσο την ίδια ώρα τα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων στέλνουν ανησυχητικά μηνύματα σε αμφότερα τα κόμματα εξουσίας. Οπως προκύπτει από το Βαρόμετρο, το 70% της κοινής γνώμης δεν είναι ικανοποιημένο από τον τρόπο που λειτουργεί η κυβέρνηση. Το ποσοστό αυτό γίνεται ακόμη μεγαλύτερο σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ, καθώς οι δυσαρεστημένοι από την εικόνα που παρουσιάζει φτάνουν το 80%. Τα στοιχεία αυτά θα έπρεπε να προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία στα κομματικά επιτελεία. Στο ΠΑΣΟΚ, για το προφανές. Οτι, δηλαδή, αν και στην αντιπολίτευση, κατορθώνει να είναι απεχθέστερο κόμμα από το κυβερνών, καθώς εξακολουθεί να σέρνει το βάρος της 20ετούς διακυβέρνησής του και δεν έχει πείσει ότι διαθέτει αξιόπιστη εναλλακτική κυβέρνηση. Τη δε κυβέρνηση, γιατί κινδυνεύει να αποδειχθεί ότι η υπεροχή της δεν οφείλεται στις επιλογές και την πολιτική που εφαρμόζει, αλλά βασίζεται στη λογική «το μη χείρον, βέλτιστον».

Μια σειρά από λόγους, που ξεκινούν από την άμβλυνση των διαχωριστικών γραμμών που υπήρχαν έως και τα τελη της δεκαετίας του ’80 και φτάνουν έως τη δεδομένη οικονομική πολιτική που επιβάλλει η ένταξη της χώρας μας στην Οικονομική και Νομισματική Ενωση, έχουν οδηγήσει στην εδραίωση της πεποίθησης στην κοινή γνώμη ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ. Την εντύπωση αυτή, δυστυχώς, οι πρωταγωνιστές της ελληνικής πολιτικής σκηνής ενισχύουν με τις επιλογές τους, αδιαφορώντας για τα περαιτέρω τραύματα που προκαλεί στην αξιοπιστία τους η συγκεκριμένη στάση.

Τρανό παράδειγμα αποτέλεσε η περίπτωση του ΟΤΕ, στην οποία οι μεν και οι δε επιχείρησαν να κάνουν το μαύρο άσπρο. Το ΠΑΣΟΚ, που ως κυβέρνηση ξεκίνησε την πολιτική αποκρατικοποίησης του Οργανισμού, σήμερα την καταγγέλει ως «ξεπούλημα» της δημόσιας περιουσίας. Η Νέα Δημοκρατία, που ως αξιωματική αντιπολίτευση κατήγγειλε την επιλογή της περαιτέρω αποκρατικοποίησης της μεγαλύτερης ΔΕΚΟ ως «πώληση και των ασημικών», σήμερα την ασπάζεται και την εφαρμόζει. Κάτι ανάλογο αναμένεται να συμβεί και στη συζήτηση επί του προϋπολογισμού, που αρχίζει σήμερα στη Βουλή. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα «επιχειρήματα» που χρησιμοποίησε η Νέα Δημοκρατία στην ανάλογη συζήτηση προ τριετίας θα τα επικαλεστεί τώρα το ΠΑΣΟΚ και το αντίστροφο.