ΑΠΟΨΕΙΣ

Ιδιωφελή παράδοξα και φοβίες

Υπάρχει μια μερίδα ελληνώνυμων και ελληνόφωνων (ή περίπου) συμπολιτών μας που αντιλαμβάνονται την ελληνική κοινωνία με όρους σαφώς τριτοκοσμικούς: Χωρίς ιστορία, χωρίς παράδοση (συνέχεια της πείρας που μεταγγίζεται από γενιά σε γενιά), χωρίς ιδιαιτερότητα συμβολής στον πολιτισμό. Προσδιορίζουν τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας με μέτρα ενστικτωδών απαιτήσεων αυτοσυντήρησης και ηδονής, μέτρα μόνο οικονομικά, λογαριάζουν σαν ποιότητα ζωής την καταναλωτική αποκλειστικά, ευχέρεια.

Για τη μερίδα αυτή των συμπολιτών μας, η οργανωμένη σε κράτος ελληνική συλλογικότητα σήμερα δεν δικαιολογείται να προβάλλει στον διεθνή στίβο απαιτήσεις διαφοράς από νεόφυτα κράτη της αφρικανικής ηπείρου. Οι τριτοκοσμικές επιδόσεις οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους των σημερινών Ελλήνων, η οικονομική του υπανάπτυξη και η πολεμική του ανισχυρία δεν του επιτρέπουν αξιώσεις αξιοπρέπειας, υπεράσπισης των δικαίων του στις διεθνείς σχέσεις.

Θα εξασφαλίζει οφέλη το ανεπίδεκτο εξυγίανσης κράτος μας μόνο αν, πειθήνια και χωρίς πατριωτικές εξυπνάδες, υπηρετεί τα συμφέροντα άλλων, ισχυρών κρατών και, κυρίως (σήμερα), της μοναδικής στον πλανήτη Υπερδύναμης.

Εχει δίκιο, σε μεγάλο βαθμό, αυτή η μερίδα των απλών ελληνώνυμων και περίπου ελληνόφωνων συμπολιτών μας. Πραγματικά η ελληνική κοινωνία, στη συντριπτική της πλειονότητα, διατηρεί συναισθηματική μόνο, ρητορική σχέση με την ιστορία, την παράδοση, τον πολιτισμό των κάποτε Ελλήνων. Το επίπεδο δημόσιας γλωσσικής εκφραστικής (πολιτικών, τηλεόρασης, ραδιοφώνου, εφημερίδων) αγγίζει συχνά τα όρια πρωτογονισμού. Πραγματικά ο πολιτισμός μας είναι «πολιτισμός του φραπέ» και η ποιότητα της ζωής μετριέται με μέτρα χυδαίου καταναλωτισμού, ασχημονέστατου νεοπλουτισμού.

Σίγουρα, στην οργάνωση του οικιστικού περιβάλλοντος, στη λειτουργική αποδοτικότητα της κρατικής μηχανής, στις επιδόσεις δημιουργικής παραγωγικότητας του λαού, στην εξηλιθίωση των μαζών από τον κρατικά θεσμοποιημένο τζόγο και «φιλαθλητισμό», σε όλα αυτά (και σε πάμπολλα ακόμη) το σημερινό κράτος των Ελλήνων δεν διαφέρει από τα πιο υποβαθμισμένα, νεόφυτα κρατικά σχήματα του Τρίτου Κόσμου. Σε επίπεδο πολιτικής διαφθοράς η Ελλάδα είναι στην ίδια θέση με τη Βολιβία, το Καμερούν και την Ταϊβάν, σε επίπεδο χρηματισμού λειτουργών του Δημοσίου στην ίδια θέση με το Κογκό Μπραζαβίλ, την Ινδονησία, τη Νιγηρία («Καθημερινή» 8-12-2006).

Ομως, συμβαίνει κάτι πολύ παράδοξο με τους συμπολίτες μας τους παραιτημένους από αξιώσεις ελληνικής ιδιαιτερότητας: Μόλις τους δώσεις δίκιο για τον τρόπο που βλέπουν την ελληνική κοινωνία σήμερα, εξεγείρονται αμέσως επιθετικά, διαμαρτύρονται, σου καταλογίζουν απαισιοδοξία, γκρίνια, καταστροφολογία. Αντιτάσσουν σωρεία επιχειρημάτων για να υποστηρίξουν την «πρόοδο» και τα επιτεύγματα της ελληνικής κοινωνίας στα τελευταία χρόνια. Εχουμε κατά κεφαλήν εισόδημα ασύγκριτα υψηλότερο από όλους τους βαλκανικούς μας γείτονες, πετύχαμε να γίνει η χώρα μας μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είναι διπλωματικός μας θρίαμβος η ένταξη και της Κύπρου στη «λέσχη» των προνομιούχων της Ευρώπης. (Η σύγκριση των επιτευγμάτων γίνεται πάντοτε με τις βαλκανικές χώρες, ποτέ με τις αναλογικά συγγενέστερες: Πορτογαλία, Ιρλανδία, Φινλανδία).

Πώς πρέπει άραγε να ερμηνευθεί αυτή η παραδοξότητα συμπεριφοράς των συγκεκριμένων συμπολιτών μας; Πιθανότερη ερμηνεία μοιάζει να είναι η στράτευση: αυτή συνήθως μπλοκάρει την κριτική σκέψη, αδιαφορεί για τις αντιφάσεις, οδηγεί σε ανορθόλογες παραδοξότητες. Στράτευση, όχι βέβαια σε ιδεολογίες (αυτές μας τέλειωσαν). Ισως σε ιδιοτελέστατα συμφέροντα, ίσως σε ψυχολογικές εγκυστώσεις.

Πάντως, στην παράδοξη οπτική για την οποία μιλάμε, η τριτοκοσμική υπανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας σήμερα και καταφάσκεται μόνο για να αποδοθεί αποκλειστικά σε εκείνο το τμήμα της που επιμένει να ζητάει ιστορική αυτοσυνειδησία, πολιτιστική ιδιαιτερότητα, γλωσσική συνέχεια. Στο τμήμα της κοινωνίας που θέλει να γρηγορεί στην αναζήτηση «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, που διεκδικεί αξιοπρέπεια του ελληνικού ονόματος στις διεθνείς σχέσεις.

Αυτοί όλοι είναι η «συντήρηση», ο επάρατος «εθνικισμός», αυτοί που κρατάνε την Ελλάδα καθηλωμένη στην καθυστέρηση. Ενώ τα καταπληκτικά κατορθώματα των τελευταίων δεκαετιών τα πέτυχαν οι «κοσμοπολίτες» και «ολίγον λεβαντίνοι» υπουργοί Εξωτερικών, κάποιοι θαμώνες της λέσχης του Μπίλντεμπεργκ, κάποιοι «εξωστρεφείς» επιχειρηματίες. Οχι οι «σύγχρονοι μακεδονομάχοι», όχι όσοι απέρριψαν το Σχέδιο Ανάν, όχι όσοι σκιαμαχούν με μια «μυθική και ανύπαρκτη» δήλωση Κίσινγκερ που δήθεν απειλούσε τον πατριωτισμό των Ελλήνων.

Η προκλητική παραδοξότητα αυτής της ερμηνείας για τη συνεχιζόμενη υπανάπτυξη έγκειται στην αποφυγή ή στην αδυναμία της να εντοπίσει το τμήμα της ελληνικής κοινωνίας το ευθέως καταγγελλόμενο σαν υπαίτιο: Πού είναι αυτοί οι Ελληνες οι ενσαρκωτές της «συντήρησης», του «εθνικισμού», της «παραδοσιαρχίας»; Ποιοι είναι οι «θεματοφύλακες μιας μυθικής ελληνικής ψυχής» που ονειρεύονται ακόμα την Κόκκινη Μηλιά και βυσσοδομούν ενάντια στη φιλειρηνική δημοκρατική Τουρκία; Πώς ξεχωρίζουν από τον γενικό πολτό, ποια είναι η πολιτική τους έκφραση, ποιο κόμμα ψηφίζουν στις εκλογές, πώς συγκεκριμένα εκδηλώνεται η απειλή που αντιπροσωπεύουν για τον τόπο;

Οσοι καταγγέλλουν τον μπαμπούλα του «εθνικισμού» και της «συντήρησης» σαν αιτία της υπανάπτυξης και κάθε δυστυχίας των σημερινών Ελλήνων, είναι η μερίδα που εξουσιάζει τη χώρα, είκοσι πέντε χρόνια τώρα, με οποιοδήποτε καθεστώς: παπανδρεϊκό, μητσοτακικό, σημιτικό, μικροκαραμανλικό. Ελέγχει κάθε θεσμική έκφανση κοινωνικής παιδείας και πληροφόρησης, ασκεί μεθοδική ιδεολογική τρομοκρατία σπίλωσης, διασυρμού, περιθωριοποίησης των αντιφροντούντων. Είναι οι πιο καλοπληρωμένοι και προβεβλημένοι σε οποιονδήποτε κλάδο και αν βρίσκονται.

Και όμως ακόμα φοβούνται. Δεν έχουν πού να εντοπίσουν τους φόβους τους και κυνηγάνε φαντάσματα: Τις ρητορικές πατριωτικές κορώνες του αρχιεπισκόπου, που είναι μόνο δημοσιοσχετίστικος λαϊκισμός για ναρκισσιστική κατανάλωση. Ξορκίζουν (ακόμα) τα δύο συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, αρχές της δεκαετίας του ’90, εφήμερη έκρηξη λαϊκής τότε οργής για την ανυπόφορη ντροπή, τις ταπεινώσεις, τον εξευτελισμό της ιστορικής ταυτότητας των Ελλήνων. Μάχονται όλα αυτά τα χρόνια πανικόβλητοι (στρεβλώνοντας κείμενα και μεθοδεύοντας διαβολές ή εξοντωτικές ετικέτες) κάποιες ελάχιστες παρουσίες και γραφίδες που τολμάνε ακόμα να ψελλίζουν «εν τη ερήμω» τις κακόφημες λέξεις: ελληνική ετερότητα «νόημα» βίου, πρωτείο της ποιότητας.

Ας ηρεμήσουν, επιτέλους, οι εξουσιαστές μας. Αφού έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι, τι άλλο θέλουν;