ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο ΟΤΕ στη νέα εποχή

Ευστυχώς, με τον ΟΤΕ κινδυνεύουμε να πάθουμε ό,τι και με την αναθεώρηση του άρθρου 16. Η δημόσια συζήτηση έχει εγκλωβιστεί σε σχήματα του παρελθόντος (κρατικό – ιδιωτικό μάνατζμεντ στον ΟΤΕ) και σε κινήσεις στην πολιτική σκηνή (σύγκρουση Αλογοσκούφη – Σουφλιά) που αποκρύπτουν τις προκλήσεις μιας μεγάλης αλλαγής.

Η διαμάχη για το μάνατζμεντ δεν μας επιτρέπει να συζητήσουμε μια σοβαρή παράμετρο που προβληματίζει όλους τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι τηλεπικοινωνιακοί οργανισμοί, όπως ο ΟΤΕ, στην πραγματικότητα είναι δύο πράγματα: το φυσικό δίκτυο (δηλαδή τα καλώδια και οι ασύρματες δικτυώσεις) και οι υπηρεσίες. Στο δεύτερο ιστορικά ο ΟΤΕ πήγε χάλια και τώρα σιγά σιγά και με πολλά προβλήματα μπαίνει ο ανταγωνισμός. Τα σημάδια είναι ενθαρρυντικά, παρά το γεγονός ότι, όπως σε κάθε νέα αγορά, υπάρχουν σοβαροί και αεριτζήδες εναλλακτικοί πάροχοι. Το ερώτημα όμως είναι ποιος και με τι όρους θα ελέγχει το δίκτυο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το δίκτυο είναι οι δρόμοι από τους οποίους περνάει η επικοινωνία των ανθρώπων, αλλά και η γνώση. Η πρόσβαση σ’ αυτό γίνεται πλέον όρος οικονομικής ύπαρξης. Γι’ αυτό -ασχέτως του μάνατζμεντ του ΟΤΕ- πρέπει να διασφαλιστεί ότι όλοι οι πολίτες όπου κι αν βρίσκονται (γεωγραφικά και οικονομικά) δεν θα αποκλειστούν. Πρέπει δηλαδή να διασφαλιστεί αυτό που οι μελετητές ονομάζουν «καθολικότητα στην παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών».

Αυτό ακούγεται εύκολο, αλλά δεν είναι. Ούτε καν ο κοινωφελής ΟΤΕ προσφέρει σήμερα καθολικότητα στις ευρυζωνικές συνδέσεις. Στις ΗΠΑ βρέθηκε μια απλή, αλλά περίπλοκη στην εφαρμογή της λύση: το κοινό ταμείο για τις καθολικές υπηρεσίες. Κάθε εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει ένα ποσό, ανάλογα με τον τζίρο της στην απελευθερωμένη πλέον αγορά, έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι αναγκαίες υποδομές στις λιγότερο επικερδείς περιοχές. Το πρόβλημα όμως είναι ότι το τεχνολογικό τοπίο διαρκώς αλλάζει. O τζίρος μιας εταιρείας δεν εξαρτάται μόνο από την αγορά στην οποία απευθύνεται, αλλά και τις καινοτομίες που η συγκεκριμένη εταιρεία εφαρμόζει. Το κοινό ταμείο εν μέρει τιμωρεί την καινοτομία: Εκείνοι που καινοτομούν και αμείβονται καλύτερα, πληρώνουν και τα περισσότερα. Από την άλλη πλευρά, σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τεχνολογικό τοπίο είναι δύσκολο να καθοριστεί το μίνιμουμ των υπηρεσιών που θα πρέπει να είναι καθολικές. Πριν από δέκα χρόνια καθολικές έπρεπε να είναι οι υπηρεσίες των απλών τηλεφωνικών συνδέσεων. Σήμερα πρέπει όλα τα σχολεία της χώρας να έχουν Internet. Αύριο μπορεί οι υψηλής χωρητικότητας ADSL γραμμές να μην είναι αρκετές. Πού τελειώνει η υποχρέωση της κοινωνίας να παράσχει αυτές τις υπηρεσίες;

Το επόμενο ερώτημα είναι, ποιοι θα δικαιούνται την εν λόγω επιδότηση; Εδώ κρύβεται ένας τεράστιος κίνδυνος. Προκειμένου το κράτος να ορίσει τους «μη έχοντες» την αποδεκτή τηλεπληροφορική υποδομή, θα ορίσει αναγκαστικά και την πρόοδο της τεχνολογίας. Αν για παράδειγμα θεωρηθεί ότι το ελάχιστο που πρέπει κάθε οικογένεια να έχει είναι μια γραμμή ADSL και επιδοτήσει την αγορά της τότε αμέσως δημιουργεί τεράστια ζήτηση για τις συγκεκριμένες γραμμές και στρέφει τις εταιρείες να παρέχουν αυτή την υπηρεσία αντί να αναπτύξουν νέες.

Κάποιοι βρίσκουν τη λύση σε ένα σύστημα «πληροφοριακών κουπονιών». Αντί να επιδοτούνται αφανώς οι μη έχοντες, να επιδοτούνται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό με την μορφή κουπονιών, που θα ανταλλάσσονται με τηλεπληροφορική υποδομή και υπηρεσίες.

Το πρόβλημα είναι πολύπλοκο και η συζήτηση στο εξωτερικό έχει φουντώσει. Καιρός είναι να αρχίζει και εδώ μια συζήτηση επί της ουσίας και όχι για τα επουσιώδη.