ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ανομολόγητη μεταρρύθμιση

Οπως αναμενόταν, η κυβέρνηση έδωσε τη μάχη του προϋπολογισμού με σημαία τις μεταρρυθμίσεις. Κι αυτό, παρότι ο απολογισμός της σ’ αυτό το επίπεδο είναι περιορισμένος και κυρίως μονοδιάστατος. Κανείς, όμως, δεν της επεσήμανε ότι η μεταρρύθμιση είναι κάτι πολύ πιο ευρύ και ουσιαστικό από κάποιες ιδιωτικοποιήσεις και από την επιβολή ορισμένων ρυθμίσεων.

Η χώρα έχει ζωτική ανάγκη να αλλάξει ο τρόπος, με τον οποίον λειτουργεί το ευρύτερο κράτος. Δεν είναι τυχαίο ότι κεντρικό προεκλογικό σύνθημα της Ν.Δ. ήταν το μαξιμαλιστικό «επανίδρυση του κράτους». Τρία σχεδόν χρόνια μετά την άνοδό της στην εξουσία, όμως, η μόνη αξιοσημείωτη αλλαγή είναι ότι από το φάσμα του πράσινου περάσαμε στις αποχρώσεις του γαλάζιου. Κατά τα άλλα, η εικόνα παραμένει θλιβερή. Κανείς δεν ζητούσε θαύματα. Δεν έγινε, όμως, ούτε μία ρωμαλέα αρχή. Αυτό δεν εμπόδισε τον πρωθυπουργό να υποπέσει στο ολίσθημα όλων των προκατόχων του. Ευλογάει τα γένια της κυβέρνησής του περισσότερο απ’ όσο δικαιολογούν τα γεγονότα.

Μια σοβαρή μεταρρύθμιση θα εκκινούσε από τη διαπίστωση ότι οι κοινοτικοί και εθνικοί πόροι παράγουν απελπιστικά μικρότερο αποτέλεσμα από όσο θα μπορούσαν. Αυτό ισχύει από την εκπαίδευση μέχρι τους εξοπλισμούς, από την έρευνα μέχρι την υγεία και από την κοινωνική πολιτική μέχρι τα δημόσια έργα. Με άλλα λόγια, υπάρχει πρόβλημα καλής διαχείρισης σ’ όλο το μήκος και το πλάτος. Αιτία δεν είναι μόνο η διαφθορά. Είναι και η σπατάλη και κυρίως η επιβίωση ενός πλήθους αντιπαραγωγικών καταστάσεων.

Η εκκαθάριση αυτής της «κόπρου του Αυγείου» δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε «αναίμακτη». Προϋποθέτει ισχυρή πολιτική βούληση, η οποία θα υποχρεώσει τα υπουργεία και τα παρακλάδια τους σε πρώτη φάση να καταγράψουν και σε δεύτερη φάση να αρχίσουν τον σχεδιασμό από μηδενική βάση. Μια τέτοια εργασία θα έφερνε στην επιφάνεια την ύπαρξη οργανωτικών μονάδων, οι οποίες επιτελούν δυσανάλογα μικρότερο έργο από το μέγεθός τους και τη χρηματοδότηση, που σχεδόν μηχανικά εξασφαλίζουν. Ακόμα και μονάδες, οι οποίες θα έπρεπε προ πολλού να έχουν καταργηθεί. Και βεβαίως θα αποκάλυπτε ένα πυκνό πλέγμα ευνοιοκρατικών ρυθμίσεων.

Το γεγονός ότι για όλα αυτά σπανίως γίνεται λόγος είναι σκανδαλώδες, αλλά ευεξήγητο. Οι υπουργοί έχουν την τάση να θίγουν «κεκτημένα», μόνο όταν αυτό επιβάλλεται από τις ιδεολογικές συνταγές ή ισχυρά συμφέροντα. Πολύ περισσότερο, που ένα τέτοιο έργο βάθους απαιτεί σκληρή, συστηματική και μακρόχρονη προσπάθεια, χωρίς κατά κανόνα να προσφέρεται για τη δημιουργία εντυπώσεων.