ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο κήπος γέμισε τριαντάφυλλα – ευχές…

Κάθε χρόνο, Χριστούγεννα, την πόρτα της στήλης χτυπά το παραμύθι. Η πόρτα ανοίγει, η επικαιρότητα φεύγει, πάει διακοπές. Το παραμύθι μας έχει τίτλο «Η ευχή του Χριστουγεννιάτικου Ρόδου», ας το ακούσουμε…

«Μια φορά κι ένα καιρό, στον χειμωνιάτικο κήπο στην Κηφισιά με το αναιμικό χορτάρι, η μεγάλη λεύκα που στρώνει με κίτρινα φύλλα το διάβα του χιονιού που δεν έρχεται και η γυμνόκλαδη συκιά το ‘ριξαν στο κουβεντολόι. Εστελναν… SMS με το αεράκι, η μια στην άλλη! «Μα τι γίνεται με τις τριανταφυλλιές; Κάτι ετοιμάζουν! Χωρίς φύλλα, ζαρωμένες τέτοια εποχή, δεν λένε να το βάλουν κάτω». «Το πρόσεξα κι εγώ», είπε η συκιά στη λεύκα. «Στη γωνιά του κήπου του πλαϊνού, που δεν βλέπεις εσύ, στις 16 Δεκεμβρίου η κόκκινη τριανταφυλλιά, αυτή με το ωραίο άρωμα έβγαλε λουλούδι. Ακόμη κρατάει τα βελούδινα πέταλά του μισάνοιχτα. Και είδα τον άνεμο να περνάει και να της δίνει φιλιά…». «Μη μου πεις! Εχεις δίκαιο -είπε η λεύκα- γιατί οι τριανταφυλλιές στο μπροστινό μέρος του κήπου, αυτές που ανθίζουν τον Μάη, έβγαλαν μπουμπούκια. Λένε ότι φταίει ο καλός καιρός, που δεν έπιασε βαρυχειμωνιά ακόμη…». Κάτι μουρμούρισε η συκιά, αλλά το πήρε ο αέρας και χάθηκε και η λεύκα έμεινε να τινάζει τα κλαδιά της, ραντίζοντας, βροχή τα κίτρινα φύλλα ώς έξω από τη μάντρα, το πεζοδρόμιο και τον δρόμο. Ωσπου ένα πρωί, σήμανε συναγερμός στον κήπο. «Ο ψηλολέλεκας», έτσι είχαν βαφτίσει τα παιδιά, που κατέβαιναν σπάνια στον κήπο, μια τριανταφυλλιά που ξαφνικά έριξε μπόι και πέταξε ένα κλαδί πολύ ψηλό, σαν κάτι να ‘θελε να φτάσει, παρουσίασε μπουμπούκι. Ψηλά ψηλά, στην άκρη του κλαδιού. Και την παραμονή των Χριστουγέννων το μπουμπούκι άνοιξε σε ένα κόκκινο ευωδιαστό τριαντάφυλλο. Οχι πως φθάναν τα παιδιά να το μυρίσουν, όπως ήταν ψηλό, κοντά στο 1,80 μ. Αρκούσε να σταθούν από κάτω του και να το κοιτούν και το αεράκι τους έφερνε ριπές αρώματος. Φωτογραφήθηκαν μάλιστα από κάτω του, για να δουν πόσο πιο ψηλό από αυτά είναι «ο ψηλολέλεκας». Και εκείνος έκανε χαρές, σειόταν και λυγιόταν. «Χορεύει, χορεύει για μας», είπε η νεαρή γειτόνισσα που μεγάλωσε σε αυτόν τον κήπο, σπούδασε, δουλεύει στο Λονδίνο, αλλά πάντα στις γιορτές έρχεται στο σπίτι της, στους γονείς της. «Ας χορέψουμε κι εμείς να μάθουμε τα βήματα», είπε η μικρή μαθήτρια που το ‘χει καημό ότι δεν έχει διαβατήριο, δεν έχει βγει έξω από την Ελλάδα. Γελώντας το ‘ριξαν στο χορό οι κοπελιές μαζί και ο «μακρυλέλεκας», το τριαντάφυλλο.

«Χριστούγεννα στο Λονδίνο, τότε που είχαμε πάει για να γνωρίσει ο αδελφός μου το πανεπιστήμιό του, θυμάσαι που βάλαμε ένα αναμμένο κερί στο παράθυρο «για τον Χριστό» και φάγαμε σάντουιτς στο δωμάτιο, γιατί είχαν τελειώσει τα λεφτά;». «Θυμάμαι», είπε η μητέρα. «Είχαμε και μια μικρή ταράτσα, στρωμένη με χιόνι, βγήκαμε και θαυμάζαμε τη θέα, με όλο το Λονδίνο στα πόδια μας». «Ηταν ωραία εκείνα τα Χριστούγεννα» σκέφτηκαν μάνα και κόρη, αλλά δεν το ‘παν. Εκείνος είχε πει πως «η φλόγα του κεριού είναι μια ευχή για όποιον είναι μοναχός του, μακριά», συμπλήρωσε αργά η κόρη. «Δεν υπάρχει κερί που η φλόγα του να φτάνει τόσο μακριά, τόσο ψηλά, για την ευχή μου», είπε δυνατά τη σκέψη της η μητέρα. (Τώρα τελευταία το συνήθιζε.)

«Μαμά, γιαγιά», μπήκε μέσα φουριόζα η εγγονή να πει τα νέα. «Βρήκαμε με τι μοιάζει «ο ψηλολέλεκας», το τριαντάφυλλο του κήπου! Με αναμμένο κερί! Κλαδί, πολύ ψηλό και το λουλούδι στην κορυφή σαν φλόγα». Μητέρα και κόρη κοιτάχτηκαν. Κάποιος τους είχε προλάβει και είχε στείλει τη χριστουγεννιάτικη ευχή του από ψηλά, πολύ ψηλά στον κήπο που είχε μεγαλώσει…»

Εδώ τελειώνει το παραμύθι. Σαν ταινία μικρού μήκους με αρχή, μέση και τέλος. Μόνο που τα πρόσωπα και τα γεγονότα δεν είναι φανταστικά αλλά πραγματικά.