ΑΠΟΨΕΙΣ

Το σκεπτικό των πρόωρων εκλογών

Το ενθουσιώδες και παρατεταμένο χειροκρότημα του συνόλου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της Πέμπτης στη Βουλή ήταν ενδεικτικό. Είχε προηγηθεί η «ρελάνς» του πρωθυπουργού στην έμμεση πρόκληση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης να διεξαχθούν οι εκλογές το συντομότερο δυνατόν: «Προσέχετε όταν υποβάλλετε αιτήματα, γιατί ενίοτε γίνονται αποδεκτά». Η αντίδραση βουλευτών και υπουργών έδειξε ότι συμφωνούν και επικροτούν την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Με μοναδικό κριτήριο τη βεβαιότητα, όπως προκύπτει από όλες τις μετρήσεις της κοινής γνώμης, ότι η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει την αναμέτρηση και θα εξασφαλίσει άλλη μία κυβερνητική θητεία. Η διάρκειά της; Θα εξαρτηθεί προφανώς, σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, από τις διαθέσεις και πάλι της κοινής γνώμης.

Δεν αποτελεί, βέβαια, αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο ο προσδιορισμός της διεξαγωγής εκλογών με βάση το στενό συμφέρον του κόμματος, που βρίσκεται στην εξουσία. Πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η Μεγάλη Βρετανία, όπου πέρσι ο Τόνι Μπλερ εξασφάλισε την τρίτη συνεχόμενη πρωθυπουργική του θητεία, προσφεύγοντας σε πρόωρες εκλογές. Ωστόσο, οι όποιες ομοιότητες με τη γηραιά Αλβιώνα σταματούν κάπου εδώ, γιατί στην Ελλάδα εξαίρεση αποτελεί η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα τετραετία και κανόνα διεξαγωγή εκλογών «πρόωρα» με την επίκληση διάφορων υπαρκτών ή ανύπαρκτων ζητημάτων «υψίστης σημασίας», τα οποία ο πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί καν να κρίνει με δεδομένο το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα εξουσίας.

Μετά την ολοκλήρωση της συζήτησης και την ψήφιση του προϋπολογισμού, όλα τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι έχουμε εισέλθει σε παρατεταμένη εκλογική περίοδο με άγνωστη διάρκεια. Ορισμένοι τοποθετούν τις κάλπες την άνοιξη, άλλοι το φθινόπωρο. Αυτό που μεταδίδουν οι περισσότεροι υπουργοί είναι απλώς η αδημονία για την κατάκτηση μία νέας τετραετίας και όχι, όπως θα ήταν φυσικό, η παραγωγή και προώθηση έργου έως το τέλος της τρέχουσας. Από την απλή ανάγνωση των παρεμβάσεών τους, κατά την πενθήμερη συζήτηση στο Κοινοβούλιο, προκύπτει η εικόνα μίας διακυβέρνησης, που ολοκλήρωσε το έργο της στο σύνολό του και δεν της απομένουν παρά ελάχιστα πράγματα να κάνει.

Η λογική αυτή, ωστόσο, είναι άκρως επικίνδυνη. Οχι μόνο λόγω του εφησυχασμού, που υπάρχει από τη συνεχιζόμενη αδυναμία του ΠΑΣΟΚ και του κ. Γ. Παπανδρέου να ανακάμψουν και να αποτελέσουν αξιόπιστη εναλλακτική λύση εξουσίας, αλλά της βέβαιης παραλυσίας που θα προκαλέσει η παρατεταμένη εκλογολογία. Οποια διαβεβαίωση και αν δώσει πλέον ο πρωθυπουργός περί εξάντλησης της τετραετίας, είναι βέβαιο ότι η κρατική μηχανή θα συνεχίσει να κινείται σε ρυθμούς χαλαρότητας και οι υπουργοί θα περιοριστούν σε διαχειριστικές πρακτικές, για να εξασφαλίσουν τον πλήρη έλεγχό της εν όψει των εκλογών. Ωστόσο, τα μεγάλα δομικά προβλήματα της οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης όχι μόνο παραμένουν άλυτα, αλλά διογκώνονται και η ανανέωση της λαϊκής εμπιστοσύνης δεν επαρκεί για την αντιμετώπισή τους.