ΑΠΟΨΕΙΣ

Διεθνες Βημα

Τις τελευταίες εβδομάδες, το να παρακολουθεί κανείς τον πρόεδρο Μπους είναι σαν να παρακολουθεί κάποια ζοφερή τηλεοπτική εκπομπή ριάλιτι. Σε κάθε σχεδόν συνέντευξη Τύπου, προεδρικό σχόλιο ή φωτογραφικό στιγμιότυπο επανέρχεται διαρκώς το ίδιο ζήτημα: τι μπορεί να γίνει με τον πόλεμο στο Ιράκ. Ο Μπους άφησε τη δημόσια εικόνα του να τσαλακωθεί, παραδεχόμενος ότι η στρατηγική της νίκης είναι αναποτελεσματική. Προσπαθεί όμως να την αποκαταστήσει, χρησιμοποιώντας νέο λεξιλόγιο για να εκφράσει τη θετική πλευρά της κατάστασης στο Ιράκ.

Τα σημάδια του άγχους, το οποίο έκρυβε πολύ καλά τα τελευταία έξι χρόνια είναι πλέον ορατά στο πρόσωπο του Μπους. Συχνά δείχνει κουρασμένος, αφηρημένος, στοιχειωμένος από ένα αναπάντητο ερώτημα.

Μεγάλωσα στην Ουάσιγκτον την εποχή που η πόλη πάλευε με τον εφιάλτη του πολέμου του Βιετνάμ. Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι της εποχής συμπεριφέρονταν σαν να μην είχαν αποτύχει ποτέ στη ζωή τους. Είχαν την αυτοπεποίθηση των εκλεκτών, θεωρούσαν εαυτούς εξυπνότερους και καλύτερους. Ομως ο πόλεμος άρχισε να τους αλέθει. Η ίδια μηχανή του κιμά που βρίσκεται σε λειτουργία και σήμερα. Ο Μπους και οι αξιωματούχοι του είναι δυνατοί χαρακτήρες. Καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες για να δείχνουν «άνετοι». Ομως το άγχος και η εξάντληση πλέον δεν κρύβονται.

Ο Μπους δεν είναι άνθρωπος της ενδοσκόπησης. Γι’ αυτό και αυτή η εκδοχή του τηλεοπτικού ριάλιτι είναι τόσο σπαρακτική: ο εσωτερικός εαυτός αρχίζει να αποκαλύπτει την εσωτερική αναστάτωση. Δείχνει για πρώτη φορά τις πληγές του ανοικτές. Αυτή η πλευρά του Αμερικανού προέδρου εκδηλώθηκε στη συνέντευξη Τύπου της περασμένης εβδομάδας. Ενας δημοσιογράφος, που σημείωσε ότι ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ και ρώτησε τον πρόεδρο εάν η σημερινή περίοδος είναι «οδυνηρή» γι’ αυτόν. Κι εκείνος έδωσε μια αναπάντεχη απάντηση: «Η πιο επίπονη πλευρά της προεδρίας μου ήταν ότι γνώριζα πως πολλοί καλοί Αμερικανοί, άνδρες και γυναίκες έχασαν τη ζωή τους στη μάχη. Η καρδιά μου ράγισε για κάθε μητέρα, πατέρα ή σύζυγο, κάθε γιο ή κόρη που έχανε κάποιον στη μάχη. Ο πόνος είναι πραγματικός».

Η «στάση της άρνησης», έχει επισήμως παρέλθει. Την περασμένη εβδομάδα ο Μπους είπε επί λέξη «δεν κερδίζουμε». Μία ημέρα μετά προσπάθησε να διορθώσει τη δήλωση, λέγοντας: «Πιστεύω ότι θα κερδίσουμε» για να προσθέσει αμέσως, σαν να προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του, «Το πιστεύω ακράδαντα. Αν δεν το πίστευα δεν θα έστελνα τους στρατιώτες μας εκεί. Γι’ αυτό πρέπει να είστε σίγουροι. Θα κερδίσουμε».

Οι πολιτικές συζητήσεις στον Λευκό Οίκο περιγράφονται συχνά ως μάχες μεταξύ ανταγωνιζόμενων συμβούλων. Ο Ντικ Τσένι θέλει αυτό, ο ΑΓΕΕΘΑ θέλει εκείνο, η Ράις υποστηρίζει το τρίτο. Αυτή η ανάλυση υπαινίσσεται ότι ο Μπους δεν ελέγχει τα του οίκου του. Αυτό όμως είναι μεγάλο λάθος. Η αλήθεια είναι ότι η μοναδική άποψη που τελικά βαραίνει, είναι εκείνη του προέδρου. Κι ότι είναι εξαιρετικά πείσμων. Οι στρατιωτικοί ηγέτες μπορεί να του πουν ότι η αύξηση του αριθμού των στρατιωτών είναι λάθος, αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου ότι θα εισακουστούν.

Ο Μπους λέει ότι δεν τον ενδιαφέρουν πλέον οι δημοσκοπήσεις και τον πιστεύω. Νομίζω ότι καθώς άγχεται με το Ιράκ, σκέφτεται την κριτική των μελλοντικών ιστορικών. Αυτό όμως που καθιστά την ριάλιτι TV τόσο συναρπαστική είναι ότι όλα συμβαίνουν ζωντανά. Οι διαγωνιζόμενοι κάνουν τις επιλογές τους υπό πίεση: χάνεις ή κερδίζεις. Το ίδιο και ο Μπους, έχει βάλει ένα μεγάλο στοίχημα (στοιχηματίζοντας τις χαμένες ζωές των Αμερικανών, τα χρήματα και την ασφάλεια του έθνους) ότι οι επιλογές του στο Ιράκ ήταν σωστές. Η έκθεση Μπέικερ-Χάμιλτον του έδωσε την ευκαιρία να αλλάξει τη στρατηγική του, αλλά δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται. Εξακολουθεί να παίζει για να κερδίσει. Το κοινό του φωνάζει συμβουλές, όμως ο άνδρας κάτω από τους προβολείς ξέρει ότι θα πρέπει να αποφασίσει μόνος του.