ΑΠΟΨΕΙΣ

Από τον 19ο στον 21ο αιώνα

O Ιανουάριος του 2007 βρίσκει την Ελλάδα μπροστά σε μια πολύ μεγάλη πρόκληση: να γίνει πραγματικά αυτό που έχει τόσες φορές αλλά χωρίς ουσία λεχθεί και έτσι έχει ξεφτίσει: μια πύλη της Ευρώπης στα Βαλκάνια. Βέβαια, εδώ και κάποια χρόνια, ο όρος «Βαλκάνια» δεν μας πολυαρέσει. Στη θέση του, ακούγεται συχνά ένα είδος νεολογισμού: η «Νοτιοανατολική Ευρώπη». Να όμως που, ξαφνικά, με την ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην E.E. ο όρος αρχίζει να αποκτά πραγματικές προϋποθέσεις. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι τι μπορεί να σημαίνει αυτή η νέα πραγματικότητα για την Ελλάδα. Αν κι εκείνη έχει τις αντίστοιχες προϋποθέσεις για να διαδραματίσει ένα ρόλο σε αυτή την προσπάθεια των γειτονικών μας κρατών να πλησιάσουν στην πραγματική ευημερία και ανάπτυξη της Ευρώπης.

Αν η Ιστορία μπορούσε να δώσει απαντήσεις, μια πρώτη θα ήταν «ναι». Στο παρελθόν, το ελληνικό στοιχείο διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό οικονομικό ρόλο στα Βαλκάνια και, μάλιστα, σε περιοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ σε έκταση τις δύο χώρες που μπαίνουν στην E. E. Εκείνο όμως που έκαναν οι Ελληνες, στάθηκε μέχρι σήμερα αδύνατο να το επαναλάβει η Ελλάδα. Δεν είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς το γιατί. Πιθανώς, η εποχή της ακμής της ελληνικής παρουσίας στα Βαλκάνια να ήταν σε ένα βαθμό αποτέλεσμα της μειωμένης παρουσίας εθνικών κρατών στην περιοχή, της λειτουργίας σε ένα πολύ πιο «χαλαρό» και «ευέλικτο» για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες ύστερο οθωμανικό πλαίσιο. Σε μια περιοχή από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, αλλά και την αλύτρωτη Μακεδονία του 19ου αιώνα, η ελληνική επιχειρηματικότητα λειτουργούσε με εξαιρετικό δυναμισμό, όπως άλλωστε και στην Αίγυπτο, ή σε άλλες περιοχές που υπήρχαν Ελληνες, αλλά δεν υπήρχε Ελλάδα. Το μεγάλωμα του ελληνικού κράτους από τη μια και, κυρίως, τα κράτη που, όπως άλλωστε και η Ελλάδα ωφελήθηκαν από τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σήκωσαν τείχη και έθεσαν τέλος σε αυτή την παρουσία, που συχνά συνοδεύθηκε και από κατ’ ουσίαν βίαιη αποπομπή του ελληνικού στοιχείου. Σαν να μην έφτανε αυτό, στη συνέχεια, η μεταπολεμική επικράτηση ενός αντίθετου από το ελληνικό πολιτικοοικονομικό σύστημα έδωσε τη χαριστική βολή σε τέτοιες δυνατότητες. Και μετά, στα ’90, ήρθε ένα θλιβερό «ελντοράντο».

Από μεθαύριο ένα μεγάλο μέρος του κοινού εκείνου χώρου αποκαθίσταται πλέον σε μιαν άλλη, ασύγκριτα προηγμένη, ευρωπαϊκή εκδοχή του. Και ο 19ος αιώνας γίνεται ένα ιδιότυπο, προκλητικότατο μοντέλο για όποιους βλέπουν βαθιά στον 21ο.