ΑΠΟΨΕΙΣ

De Profundis, γιατί έτσι είναι…

Παρατηρούσε το είδωλο στο θολό κάτοπτρο. Είχε γεράσει ξαφνικά, είχε ασπρίσει το κεφάλι του σε μια νύχτα! Σκληρά, κάτασπρα γένια, σκαμμένο από τις ρυτίδες δέρμα και τρεις μεγάλες χαρακιές στο μέτωπο. Τα είχε όλα! Καλή δουλειά, οικογένεια, χρήματα, καλό σπίτι και καλύτερο ακόμα εξοχικό, δύο καλά αυτοκίνητα.

Τον γνώριζαν και τον χαιρετούσαν όλοι, καθώς ήταν γνωστός στο ευρύ κοινό από την παρουσία του στον χώρο των media. «Οι μισοί σε χαιρετούν γιατί νομίζουν ότι κάπου σε ξέρουν κι οι άλλοι μισοί επειδή δεν μπορούν να «στα χώσουν» δημόσια», του έλεγε η γυναίκα του έπειτα από κάθε τέτοιο χαιρετισμό. Ηξερε ότι τον ζήλευε! Εκείνη μεγάλωσε τα παιδιά, εκείνη παρακολούθησε το χτίσιμο των σπιτιών, εκείνη τράβηξε όλη την αγωνία της οικοδομής. «Εγώ τα φέρνω, εσύ τα διαχειρίζεσαι» ήταν η απάντησή του.

Στην πραγματικότητα δεν προλάβαινε! Η εφημερίδα, η τηλεόραση, οι παρουσιάσεις βιβλίων, τα τραπέζια με τους υπουργούς και τους λοιπούς παράγοντες της -όποιας- εξουσίας, είχαν γίνει η δεύτερη (μάλλον πρώτη) φύση του! Ανέπνεε για τη δουλειά, για την καθημερινή επιβεβαίωση, για το επαινετικό τηλεφώνημα από τον εκδότη, αλλά και -γιατί όχι;- από τον ίδιο τον πρωθυπουργό! «Είσαι μάστορας!» του είπε μια φορά κι εκείνος, αφού δεν μπόρεσε να εξηγήσει πώς του ήλθε ξαφνικά στο μυαλό η λέξη «babylino», το μετέφερε αμέσως στον εκδότη. «Μπράβο!» του είπε με στόμφο αλλά μόλις μπήκε στο ασανσέρ, το αφεντικό έδειξε τις προθέσεις του. «Σιγά να μη σε πήρε κι ο Κλίντον!» ψιθύρισε και χτύπησε τα πλήκτρα του Βloomberg!

Ποιος νοιαζόταν, όμως; Η ζωή κυλούσε όμορφα, ταξίδια, επαφές, χρήματα, εκδηλώσεις, συσκέψεις! Γεμάτη ζωή! Αλλά σήμερα, ο καθρέφτης έδειχνε άλλα πράγματα! «Βρε, πώς γέρασα!» σκέφτηκε κι αμέσως αποφάσισε δραστικές αλλαγές! Είχε πιάσει το «πλαφόν» από χρόνια για τη σύνταξη, αλλά δεν την έπαιρνε! «Βρε κι αν πεθάνω αύριο; Πρώτοι είμαστε στα εμφράγματα και τον καρκίνο! Δεν είναι καλύτερα να απολαύσω τη ζωή, την οικογένεια, τα εγγόνια μου;» σκέφτηκε και φώναξε τη γυναίκα του! «Μαρία! Ελα γρήγορα»! Τον χτύπησε στο πρόσωπο ελαφρά κι όταν άνοιξε τα μάτια, τον φίλησε απαλά. «Τι έπαθες; Κάποιο άσχημο όνειρο θα είδες! Ελα, σήκω γιατί στις δέκα σε περιμένει ο υπουργός για τα χρόνια πολλά».

Καθώς έπινε τον καφέ και διάβαζε την «Καθημερινή», έριξε μια ματιά στη γυναίκα του. Του φάνηκε, όπως πάντα, μελαγχολική. Σαν να της έλειπε κάτι, κάτι σημαντικό! «Βρε Μαρία; Ξέρεις τι όνειρο έβλεπα; Οτι γέρασα κι έπρεπε να πάρω σύνταξη! Ακούς;»

Η γυναίκα του τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά από το τσιγάρο της. «Ελα, βρε παιδί μου! Τι λες; Παίρνουν σύνταξη οι δημοσιογράφοι»; Στο ύφος της διέκρινε μαζί αγάπη, θαυμασμό, ειρωνεία, καρτερία αλλά και ελπίδα. «Ελα, ντε!» είπε αμήχανα, άφησε την εφημερίδα στο τραπέζι κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας προς την έξοδο…