ΑΠΟΨΕΙΣ

Για ένα Σύνταγμα δίχως ερμηνευτικές δηλώσεις

Αποτελεί κοινό τόπο ότι ένα συνταγματικό κείμενο πρέπει να διαθέτει διάρκεια, συνέχεια και αντοχή στον χρόνο. Αντίθετα από τα απλά νομοθετικά κείμενα, το Σύνταγμα δεν πρέπει να απηχεί την εκάστοτε καθημερινότητα αλλά να προσβλέπει σε αυτό που αποκαλείται «μακρός χρόνος» (Φερνάν Μπροντέλ «le temps long»). Τα θεμέλια ενός οικοδομήματος δεν τα πειράζουμε, όσες αλλαγές και να κάνουμε στη διαρρύθμισή του. Για τον λόγο αυτόν η συχνή, αποσπασματική ή βεβιασμένη παρέμβαση στο συνταγματικό κείμενο βλάπτει τη συνταγματική συνέχεια και στερεί το Σύνταγμα από την απαραίτητη συνοχή και απόσταση από την καθημερινή πραγματικότητα. Το γεγονός συνεπώς ότι συζητείται σήμερα, πέντε μόλις χρόνια μετά την ολοκλήρωση της προηγούμενης, εκ νέου μια αλλαγή στο κείμενο του Συντάγματος αποτελεί απόδειξη του ότι η προηγούμενη αναθεώρηση δεν έλαβε επαρκώς υπόψη της είτε την πραγματικότητα είτε τις εξελίξεις. Είναι προφανές ότι η τωρινή αναθεώρηση του Συντάγματος κατέστη αναγκαία για να διορθώσει τα κενά και τις ατέλειες της προγενέστερης αλλά και την υπερβολική παρακολούθηση από αυτήν του «βραχέος χρόνου».

Για να μην έχει αντίστοιχη τύχη και η σημερινή μας προσπάθεια, οι προς αναθεώρηση διατάξεις πρέπει να μελετηθούν προσεκτικά, να απομακρυνθούν από τις απαιτήσεις της στιγμής και να μην υποκύπτουν στην εκάστοτε πλειοψηφία (όχι μόνο την κοινοβουλευτική που το Σύνταγμα ήδη ρυθμίζει, αλλά κυρίως την κοινωνική). Ο στόχος του παρόντος άρθρου είναι να θέσει ενώπιον του κοινοβουλευτικού και πολιτικού διαλόγου ένα θέμα που ενδεχόμενα να φαίνεται, εκ πρώτης όψως, ως νομοτεχνικό αλλά αποτελεί ουσιαστικά πολιτικό θέμα: την παρουσία, στο Σύνταγμά μας, μεγάλου αριθμού ερμηνευτικών δηλώσεων.

Το Σύνταγμα περιέχει αυτήν τη στιγμή δεκατρείς ερμηνευτικές δηλώσεις (στα άρθρα 4, 5, 22, 24, 28, 32, 37, 38, 41, 80, 88, 101 και 106). Στην πλειοψηφία τους εμφανίστηκαν μετά την τελευταία αναθεώρηση και αφορούν τελείως διαφορετικά και άνισα, ως προς τη σπουδαιότητά τους, θέματα.

Ο πολλαπλασιασμός αυτών των ερμηνευτικών δηλώσεων αποτελεί παράδειγμα «κακού νόμου». Ενα συνταγματικό κείμενο οφείλει, εκ της φύσεώς του να είναι γενικό, λιτό και να περιγράφει το πλαίσιο αντί τις περιπτώσεις.

Για τον λόγο αυτόν ερμηνευτικές δηλώσεις σπανιότατα εμφανίζονται σε συνταγματικά κείμενα άλλων κρατών. Είναι ενδεικτικό ότι ούτε μία αντίστοιχη διάταξη δεν υφίσταται στο Σύνταγμα της Αυστρίας, της Ιταλίας ή της Γερμανίας, ενώ τα Συντάγματα του Βελγίου και της Γαλλίας έχουν μόνο μεταβατικές διατάξεις (που αναφέρονται κατά βάση στον χρόνο εφαρμογής συγκεκριμένων διατάξεων του Συντάγματος). Αλλωστε, και στο δικό μας Σύνταγμα η παρουσία τους ήταν σπάνια μέχρι την τελευταία αναθεώρηση.

Οι ερμηνευτικές δηλώσεις δυσχεραίνουν την ανάγνωση του συνταγματικού κειμένου, δημιουργούν ερωτήματα ως προς άλλες, μη αναφερόμενες ρητά, περιπτώσεις και παράγει περιττά προσκόμματα στην υιοθέτηση εκτελεστικών του Συντάγματος νόμων. Ενα σαφές, λιτό και επαρκώς γενικό Σύνταγμα δεν χρήζει ερμηνευτικών δηλώσεων: ο κοινός νομοθέτης, η δικαστική εξουσία, ακόμη και η πρακτική αρκούν για να ερμηνεύσουν τις προθέσεις και τις θέσεις του συντακτικού νομοθέτη.

Πρότασή μου είναι η πλήρης απαλοιφή των ερμηνευτικών δηλώσεων. Και προς την κατεύθυνση αυτήν έχω κινήσει σχετική διαδικασία συλλογής υπογραφών από συναδέλφους μου.

Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με πολλούς τρόπους – που θα αποφασίσει κυρίαρχα η Βουλή. Σε κάποιες περιπτώσεις τούτο μπορεί να επιτευχθεί με την ενσωμάτωση των δηλώσεων στο σώμα των άρθρων όπως στις ερμηνευτικές δηλώσεις των άρθρων 32 και 38 για θέματα που αφορούν την επανεκλογή παραιτηθέντος Προέδρου της Δημοκρατίας και την αναπλήρωσή του.

Σε άλλες πιθανόν να απαιτηθεί αναμόρφωση των σχετικών άρθρων του Συντάγματος, ώστε να συμπεριλάβουν, με νομοθετικά ορθότερο τρόπο, το περιεχόμενο των ερμηνευτικών δηλώσεων. Η ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 4 για την εναλλακτική στρατιωτική θητεία και του άρθρου 5 για τις νόμιμες περιπτώσεις απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα εμπίπτουν, κατά την άποψή μου στην κατηγορία αυτή. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί δημιουργία χωριστού άρθρου: τούτο είναι ιδιαίτερα αναγκαίο για την ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 28 που αναφέρεται στη διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Είναι καιρός το ελληνικό Σύνταγμα να αποκτήσει ένα ειδικό άρθρο για την πορεία προς την πολιτική ένωση της ηπείρου μας. Τέλος, σε κάποιες περιπτώσεις το άριστο αποτέλεσμα θα ήταν η απαλοιφή της ερμηνευτικής δήλωσης: το άρθρο 80, π.χ., που αναφέρεται στη συμμετοχή της Ελλάδος στην Οικονομική και Νομισματική Ενωση δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης, ενώ ο ορισμός του δάσους που περιέχει η δήλωση του άρθρου 24 αποτελεί παράδειγμα πρωτοτυπίας σε ένα συνταγματικό κείμενο.

Οπως τόνισα, εκ πρώτης όψεως οι παρούσες προτάσεις μπορεί να θεωρηθούν λεπτολογίες σε μια αναθεωρητική διαδικασία. Αλλά όπως τον λέοντα τον αναγνωρίζουμε εξ όνυχος, τα καλό Σύνταγμα ενδεχόμενα να το καταλάβουμε από τις ερμηνευτικές του δηλώσεις.

* Ο κ. Νίκος Γεωργιάδης είναι βουλευτής Κέρκυρας (Ν.Δ.)