ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο χρόνος δεν είναι μόνον χρήμα

Σε ένα από τα αριστουργήματα του Γεωργίου Βιζυηνού, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», ο παππούς συμπυκνώνει τον πόθο και την πίκρα ανθρώπων που πολλά ήθελαν να κάνουν, πολλά ονειρεύτηκαν, ελάχιστα έπραξαν.

Πολυγνώστης και πολυταξιδεμένος έμοιαζε ο παππούς στα θαμπωμένα μάτια του εγγονού, ο παππούς που είχε ζυμώσει στο μυαλό του τον κόσμο όλο αν και δεν ξέφυγε ποτέ από τον τόπο του.

Ο ομφαλός της Γης ήταν για τον παππού ένα ύψωμα έξω από το χωριό του. Εκεί πήγαινε, καθόταν με τις ώρες κι ελευθέρωνε τη φαντασία του στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Το διήγημα του ψυχοτόμου Βιζυηνού είναι η ιστορία ζωής ενός ανθρώπου καλοσυνάτου κι υποτακτικού στις βουλήσεις των άλλων, που είχε αυτοεκπαιδευθεί να αποδρά από την πραγματικότητα βυθιζόμενος στα παραμύθια που τα έχτιζε ως αληθινά, έτσι αταξίδευτος που ήταν. Τελικώς, το μόνο της ζωής του ταξείδιον ήταν το φευγιό από τη ζωή. Του παππού δεν του έλειπε χρόνος, του έλειπε τόλμη. Τόλμη και φαντασία χρειάζεται σήμερα η διαχείριση του λιγοστού ελεύθερου χρόνου για την πλειονότητα των εργαζομένων. Κοινότοπη αλλά μεστή η διαπίστωση που κάνουμε, παραμονές κάθε 1ης Ιανουαρίου: «Βρε, πώς πέρασε αυτή η χρονιά, χαμπάρι δεν πήρα».

Από τα παιδιά του σχολείου με το υπερφορτωμένο πρόγραμμα έως τον οικογενειάρχη με τις πολλαπλές υποχρεώσεις, το 24ωρο είναι μια επίπονη ανηφόρα. Η κατηφόρα του Σαββατοκύριακου δεν επαρκεί για να γεμίσουν τα πνευμόνια με καθαρό αέρα και να αδειάσει το μυαλό από σκοτούρες.

Τα παιδιά μετά το σχολείο τρέχουν στο φροντιστήριο, για κολύμπι, στο ωδείο. Οι γονείς πιστεύουν ότι γέννησαν ήρωες, όντα που μπορούν να μάθουν και ν’ αντέξουν τα πάντα.

Από την άλλη, πέρασε ανεπιστρεπτί η εποχή που ο πατέρας γύριζε το μεσημέρι σπίτι με την εφημερίδα υπό μάλης, για ζεστό φαΐ και ξεκούραση, τότε που ένας μισθός έφθανε για να πορευθεί το νοικοκυριό. Τώρα ο πατέρας μετά τη δουλειά πηγαίνει στην άλλη δουλειά ή κάνει υπερωρίες «για να μη λείψει τίποτα στα παιδιά». Η μάνα δουλεύει και αυτή και το απόγευμα τραβά άλλο γολγοθά, βουνό οι υποχρεώσεις μέσα κι έξω από το σπίτι.

Τούτες τις ημέρες, πέρα από τις γκρίζες, βαρετές ανασκοπήσεις, ανακλαστικά έρχεται στον καθένα, σε άλλον για ώρες, σε άλλον για λίγα λεπτά ή για μια στιγμή, η προσωπική ανασκόπηση.

Συνωθούνται τότε όσα δεν πρόλαβα να κάνω, οι ατόφιες χαρές που στέρησα στον κατά ένα χρόνο μεγαλύτερο εαυτό μου.

Σκέφτομαι τους φίλους που δεν χόρτασα, τις κουβέντες που δεν πρόλαβα (ή δεν τόλμησα) να εκστομίσω, τηλεφωνήματα σε παλιούς αγαπημένους που είχα δώσει όρκο να κάνω αλλά…

Η έλλειψη ελεύθερου χρόνου, μάστιγα της εποχής και της ψυχής, δίνει όμως κι ένα τέλειο άλλοθι. Αλλοθι που αθωώνει την απληστία, τη φιλαυτία, τη ζήλια γι’ αυτά που έχει ο διπλανός και πρέπει να αποκτήσουμε κι εμείς.

Το τεχνητό ορόσημο κάθε Πρωτοχρονιάς δίνει στον καθένα κίνητρο να αλλάξει, έστω και για λίγο, την πορεία προς το μόνον της ζωής του ταξείδιον.