ΑΠΟΨΕΙΣ

Σε αναζήτηση οράματος

Το 2006, που φεύγει σε λίγες ώρες, δεν διεκδικεί δάφνες ως έτος στη διάρκεια του οποίου αντιμετωπίστηκε το έλλειμμα πολιτικής και έγινε προσπάθεια να αποκατασταθεί η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος. Αλλωστε, όπως προκύπτει από την απλή παρακολούθηση των διεθνών αλλά και των εσωτερικών εξελίξεων, η αποπολιτικοποίηση των κοινωνιών συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς, παρά το γεγονός ότι τελικώς σε όλους τους τομείς, αλλά και στους ανταγωνισμούς, η πολιτική είναι πάντα παρούσα. Εξακολουθεί να έχει κυρίαρχη θέση στη λειτουργία αλλά και την κατεύθυνση, προς τις οποίες κινούνται οι κοινωνίες. Σε τελική ανάλυση, ακόμη και η συμμόρφωση και υποταγή των πάντων στη λειτουργία των «νόμων της αγοράς», πολιτική επιλογή αποτελεί.

Ευχής έργον θα ήταν η νέα χρονιά να αποτελέσει μια ευκαιρία για τις ηγεσίες να ανατρέψουν τη φθίνουσα πορεία της πολιτικής, εγχείρημα κάθε άλλο παρά εύκολο. Τόσο ο πρωθυπουργός κ. Κ. Καραμανλής όσο και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κ. Γ. Παπανδρέου εκπροσωπούν μια νεώτερη γενιά πολιτικών, που θα μπορούσε να αλλάξει άρδην την εικόνα και να σταματήσει τη διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Κοινό τους σημείο ήταν άλλωστε ότι και οι δύο επιχείρησαν να αποστασιοποιηθούν από τον παραδοσιακό πυρήνα των παρατάξεων που ηγούνται. Ο κ. Καραμανλής με τα ανοίγματα στον «μεσαίο χώρο», αλλά και στην Αριστερά και την επιμονή του να αναφέρεται στη Ν.Δ. ως δύναμη προόδου και μεταρρύθμισης. Ο κ. Γ. Παπανδρέου υποσχόμενος ότι «θα τα αλλάξει όλα», αν και στην πορεία κάπου ξέχασε τη δέσμευσή του και συμβιβάστηκε με το ιδιότυπο καθεστώς που επικρατεί στο ΠΑΣΟΚ.

Το πρόβλημα για τους ηγέτες των δύο κομμάτων εξουσίας είναι η διαχειριστική λογική, που εν πολλοίς επιβάλλεται από τις ανάγκες της Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης και δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο, που δεν επιτρέπει την ανάδειξη νέων πολιτικών αντιλήψεων ή οραμάτων. Η Ν.Δ. και ο κ. Κ. Καραμανλής, αξιοποιώντας στο έπακρο την κούραση των πολιτών από την εικοσαετή διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, έχουν καταφέρει να ηγεμονεύσουν πολιτικά, χωρίς ουσιαστικά να προτείνουν κάποια διαφορετική πολιτική. Η βασική διαφορά, σε σύγκριση κυρίως με τη δεύτερη τετραετία του κ. Κ. Σημίτη, είναι ότι η άσκηση της εξουσίας -ακόμη τουλάχιστον- δεν προκαλεί το δημόσιο αίσθημα. Το ηθικό, άλλωστε, πλεονέκτημα του πρωθυπουργού και η αντιπάθεια της κοινής γνώμης προς τα πεπραγμένα των τελευταίων χρόνων της κυβέρνησης Σημίτη, δικαιολόγησαν και τα όποια λάθη ή αδεξιότητες εμφάνισε η κυβέρνηση στη διαχείριση διάφορων θεμάτων. Ωστόσο, η υπεροχή της Νέας Δημοκρατίας τείνει να μετατραπεί σε «μη χείρον βέλτιστον», καθώς η δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης τόσο προς την κυβέρνηση όσο και προς την αξιωματική αντιπολίτευση παρουσιάζει σταθερή άνοδο, σύμφωνα με όλες τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Οσο απουσιάζει ένα όραμα που να μπορεί να συνεγείρει την κοινωνία και η πολιτική περιορίζεται σε τακτικές κινήσεις υπαγορευμένες από την εκάστοτε συγκυρία, τόσο το έλλειμμα θα γίνεται μεγαλύτερο.