ΑΠΟΨΕΙΣ

Εντος Των Τειχων

Ενας ακόμη χρόνος

«Γιατί χαίρεσαι που έρχεται Πρωτοχρονιά; Επειδή θα προστεθεί ένας ακόμη χρόνος στην πλάτη μας; Επειδή θα πλησιάσουμε περισσότερο στο τέρμα; Τι στην ευχή; Χαιρόμαστε που γερνάμε; Χαιρόμαστε που το κουβάρι μας μαζεύει»; Ο αιωνίως αντιρρησίας και προβοκάτορας φίλος έκανε κι εφέτος -μπορούσε να λείψει;- την εμφάνισή του στο γραφείο και έθεσε το θέμα. «Και τι θες να κάνουμε; Να στενοχωρηθούμε και να τα βάψουμε μαύρα; Να καταργήσουμε την Πρωτοχρονιά; Να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω; Να σε ξανακάνουμε παιδί ενώ έχεις σχεδόν την ηλικία του Αϊ-Βασίλη»; Η αλήθεια είναι ότι κάπου τον καταλαβαίνω. Βαραίνουν σιγά σιγά τα χρόνια την πλάτη μας. Και όλα αυτά που ονομάζουμε «εμπειρία», «σοφία», «γνώση» δεν είναι παρά ιδιότητες που αποκτώνται με τον χρόνο. Οσο κι αν έχουν αλλάξει οι καταστάσεις, όσο κι αν ο σημερινός πενηντάρης είναι κατά πολύ νεότερος απ’ ό,τι ο πατέρας του, στην ηλικία του, ο χρόνος μετράει και τρέχει πάντα με τον ίδιο ρυθμό.

«Το θέμα δεν είναι να σταματήσεις ή να γυρίσεις πίσω τον χρόνο. Είναι να τον εκμεταλλευθείς για το καλό, να τον αξιοποιήσεις κατά το δυνατόν, να τον απολαύσεις και να φθάσεις στο τέρμα γεμάτος και όχι ανικανοποίητος», του πέταξα με στόμφο. «Μωρέ τι μας λες! Και ποιος σου είπε ότι φτάνει μια ζωή για να κάνεις όσα θέλεις; Ποιος σου είπε ότι το 24ωρο είναι επαρκής χρόνος για μια ημέρα; Οποιος λέει ότι είναι «πλήρης», λέει ψέματα», απάντησε… Τι θα πει, αλήθεια, «πλήρης»; Πότε ο άνθρωπος φθάνει σ’ αυτήν την κατάσταση; Οταν φεύγει από τη ζωή έχοντας αποκτήσει παιδιά, εγγόνια και -ει δυνατόν- δισέγγονα; Οταν έχει κερδίσει χρήματα και δόξα; Οταν έχει καταλάβει θέσεις υψηλές στην κοινωνία και το όνομά του μένει σκαλισμένο σε μάρμαρα ή πλακέτες κρεμασμένες στον τοίχο; Πότε μπορεί να είναι «απόλυτα γεμάτος» ο άνθρωπος;

Πιο ώριμοι – πιο δυνατοί

«Εμένα μη μου λες κουταμάρες και δημοσιογραφικές παρλαπίπες. Είσαι, φίλε μου, ένα χρόνο μεγαλύτερος, ένα χρόνο πιο κοντά στο τέρμα, ένα χρόνο πιο βαρύς, ένα χρόνο πιο κυρτός», επέμεινε. «Μήπως κι ένα χρόνο σοφότερος; Μήπως κι ένα χρόνο πιο ώριμος; Μήπως κι ένα χρόνο πιο κατάλληλος για κάτι; Ποιος σου είπε ότι η ηλικία καθορίζει τη χρησιμότητα του καθενός»; Του έβαλα φιτιλιά και φούντωσε. «Τα ίδια λόγια που είπα λες, αλλά με άλλες λέξεις! Και τι δεν θα ‘δινες να ήσουν τώρα στα μισά σου χρόνια, να μπορούσες να γευτείς όσα δεν μπορείς σήμερα». Με έβαλε σε σκέψεις. Να γυρίσω πίσω; Να ξανακάνω τα ίδια -όμορφα- λάθη; Να περάσω το ίδιο καλά, όπως πέρασα; «Να σου πω, αν ήταν να έχω τα σημερινά μυαλά, καλό θα ήταν. Αλλά δεν γίνεται. Η πείρα αποκτάται με τη θητεία. Και καλά είναι που φτάσαμε ώς εδώ χωρίς παράπλευρες απώλειες. Υγεία έχουμε, δουλειά έχουμε, καλά μας τα έδωσε ο Θεός». «Μπα; Θυμηθήκαμε και τον Θεό τώρα; Αμα σου λέω ότι γέρασες, δεν το παραδέχεσαι»! Του απάντησα με το κλασικό «άλλο γερνώ, άλλο ωριμάζω» και του θύμισα ότι ήταν ώρα να τηλεφωνήσει στον φίλο μας γιατρό, αφού τον πονούσε από χθες το δεξί του γόνατο. «Μη μου το λες για να με πικάρεις. Ο Χατζιδάκις είχε πει ότι άμα περάσεις τα πενήντα και ένα πρωί διαπιστώσεις ότι δεν πονάς πουθενά, τότε έχεις πεθάνει»!

Στη νέα αφετηρία

Γελάσαμε και παραγγείλαμε ένα ακόμη τσιπουράκι. Σε μια ηλικία όπου, άλλες εποχές, δεν είχες δυνατότητες να κάνεις σχέδια, σήμερα μπορείς ακόμη και να ονειροπολείς. Τα πενήντα, που είναι σήμερα αφετηρία και «χρόνος της μάξιμουμ απόδοσης», ήταν πριν από μερικά χρόνια χρόνος προετοιμασίας για το περιθώριο. Αλλά τι δουλειά έχουν όλα αυτά με την Πρωτοχρονιά; Το ότι περνάει ένας ακόμη χρόνος, είναι μια αφετηρία. Αφήνουμε πίσω το 2006 και όσα μας έφερε και περιμένουμε τα καλύτερα από το 2007. Καλύτερα για τους δικούς μας ανθρώπους, καλύτερα για τους φίλους, καλύτερα για τη χώρα. «Και τι περιμένεις από τον καινούργιο χρόνο»; Επέμεινε ο φίλος. Τι περιμένω; Τίποτε συγκεκριμένο, αλλά και όλα όσα μπορεί να μας δώσει. Πριν απ’ όλα ηρεμία στην περιοχή μας, φώτιση στους ηγέτες, πρόοδο στους νέους, καλύτερες μέρες για τον Τύπο, αλλά, πάνω απ’ όλα, να έχουμε την υγεία μας. «Αυτό, πάλι, με την υγεία, τι υποκρισία! Ολοι θέλουν κατά βάθος το χρήμα και τη δόξα, αλλά δεν το λένε! Και το ρίχνουν στην υγεία»! Θύμωσα με την κοτσάνα του. «Δεν ξέρεις τι σου γίνεται! Για κάθησε μερικές ώρες σε ένα νοσοκομείο, μίλησε με τους συγγενείς των πασχόντων, δες πώς θερίζουν οι ασθένειες, δες πόσες οικογένειες υποφέρουν από οδυνηρές απώλειες! Δεν υπάρχει πολυτιμότερο αγαθό. Τι να τα κάνεις όλα τα άλλα; Και με τα πολλά περνάς καλά και με τα λίγα. Και σε παλάτι και στο ενοίκιο. Αλλά χωρίς την υγεία σου τι να απολαύσεις;».

Δόξα τω Θεώ…

Το σκέφτηκε λιγάκι. «Μάλλον έχεις δίκιο. Και το πόδι μου σαν να πονάει λιγότερο! Με μια μικρή κάκωση τρέχω στους γιατρούς! Ασε με, παιδί μου, αχρείαστοι να ‘ναι! Την υγειά μας να έχουμε και να είμαστε πάλι εδώ, στην πλατεία, και του χρόνου! Αλήθεια, σκέφτηκες πόσες παραμονές Πρωτοχρονιάς ερχόμαστε στην πλατεία»; Του είπα το νούμερο, το σκέφτηκε και κούνησε το κεφάλι μελαγχολικά, όπως το είχε κουνήσει και πέρυσι. «Γιατί μελαγχολείς; Δεν βλέπεις ότι είμαστε γεροί, ότι περάσαμε τα πενήντα και είμαστε στυλοβάτες του «Συλλόγου Αποφοίτων»; Τολμούσαν οι πατεράδες μας να παίξουν μπάλα στα πενήντα τους; Τολμούσαν να βάλουν βυσσινί πανταλόνι και φουλάρι όπως φοράς σήμερα; Ξέρεις ότι έτσι κι έπαιζε ο πατέρας σου μπάσκετ στην ηλικία σου θα τον πήγαιναν σηκωτό»; Τον είδα να παίρνει θάρρος και να κοιτάζει την κοπελιά που περνούσε έξω από το «Εν Πειραιεί». Ετοιμάστηκα για την τελική επίθεση. «Τολμούσε, βρε αθεόφοβε, ο πατέρας σου να κοιτάξει στην ηλικία μας μια εικοσιπεντάρα και να τη φλερτάρει; Για πες μου, τολμούσε»; Γύρισε το κεφάλι ξαφνιασμένος, έβγαλε ένα πουράκι από το πακέτο, το άναψε, φύσηξε τον καπνό και είπε, αργά, σχεδόν επίσημα. «Μπροστά μου δεν θα τολμούσε ποτέ. Αλλά στις παρέες, άκουγα συχνά τον πατέρα μου και τους φίλους του να μιλούν, σχεδόν συνθηματικά, για ποδόγυρο. Θυμάμαι, μάλιστα, στα ογδόντα του, τον είδε ένας φίλος στον δρόμο και του είπε. «Γιατρέ μου, σε βλέπω μια χαρά. Ηθικόν ακμαιότατον»! Κι εκείνος, με χαμόγελο και με το καπέλο στο χέρι, σε ένδειξη χαιρετισμού, απάντησε. «Από ηθικό, πάμε καλά, από ανήθικο, όμως, έχουμε πρόβλημα»»!

Υγεία, πάνω απ’ όλα!

Γελάσαμε μέχρι δακρύων και μαζί μας οι γύρω συντροφιές που άκουσαν την αφήγηση. Η πόρτα άνοιξε, μπήκε μια συντροφιά παιδιών. «Να τα πούμε;» ρώτησαν κι άρχισαν το «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά». Σηκωθήκαμε, σταυρώσαμε τα χέρια κι αρχίσαμε να ψάλλουμε τα κάλαντα. «Αγιος Βασίλης έρχεται και δεν μας καταδέχεται». Κι ο φίλος άρχισε πάλι τη μουρμούρα. «Καιρός δεν είναι να μας καταδεχθεί; Εχεις δει πιο ακατάδεχτο άγιο»; Του απάντησα, όπως κάθε χρόνο, ότι το σωστό είναι «Αγιος Βασίλης έρχεται, άρχοντες τον κατέχετε», τα παιδιά μάς κοίταζαν με απορία, τους δώσαμε τα χρήματα και… σκάσαμε στα γέλια! Χρόνια Πολλά, αγαπητοί. Καλή Χρονιά, με Υγεία και μακάρι το 2007 να είναι καλύτερο για την πατρίδα μας!