ΑΠΟΨΕΙΣ

Η φωτιά μάς καίει καθιστή!

Δεν είμαι βέβαιος ότι τα χειρότερα πέρασαν. Σε περιστάσεις όπως των προσφάτων πυρκαγιών, την φυσική καταστροφή διαδέχεται συχνά μια ηθική σκλήρυνσι, η οποία στο όνομα του ρεαλιστικού «η ζωή συνεχίζεται» διαστρέφει επιδέξια την όποια ανορθωτική πνοή. Η θεομηνία έτσι αποκτά διαστάσεις μείζονος εσωτερικού προβλήματος – αρχίζει να μας κατακαίει από μέσα.

Η έννοια της ηθικής καταστροφής υποδηλώνει τον αλαζονικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την αποτυχία – όχι αναγεννητική συντριβή και ταπείνωσι. Στην πρώτη περίπτωσι επιχειρούμε να αποφύγωμε τις ευθύνες μας σκηνοθετώντας έτσι τα πράγματα, ώστε να βγούμε και από πάνω· στην δεύτερη, αναπτύσσομε την αλληλεγγύη που στηρίζει το καθημαγμένο σύνολο ή άτομο σε ειλικρινή κριτικό διάλογο, για να αποφύγουμε κατά δύναμιν ολέθριες ψευδαισθήσεις. Οσο υψηλότερα βρίσκεται εκείνος που δεν αναλαμβάνει την αποτυχία του, τόσο πιο αρνητικός γίνεται, καθώς αποφεύγει να κοιταχθεί με την αλήθεια του κατάματα και επιδίδεται με νεφελώδη αυτοκριτική σε αυτοαθώωσι, αντί να αναφέρη συγκεκριμένα λάθη και να βρη τρόπο ζωής ο οποίος να μην εξάπτη την ματαιοδοξία του.

Τα γεγονότα

Να εξηγηθώ με παράδειγμα από τα ίδια τα πράγματα. Η καταστροφική για την χώρα αντιμετώπισι των τελευταίων πυρκαγιών αντί να προκαλέση αυθόρμητη μετάνοια κατέληξε στο εγχείρημα να συγκαλυφθή παραπλανητικά η εξαφάνισι του αδιαφόρου κράτους τις τρεις πρώτες δραματικές ημέρες, που από την έκτη ημέρα εμφανίσθηκε και άρχισε να μοιράζη στα δικά του θύματα απλόχερα την συμπόνια του. Βεβαίως έχει εγκαταλειφθή προ πολλού η «σεμνότητα» και η «ταπεινότητα», αφού προκαλεί οχληρούς συνειρμούς για την κυβερνητική εικονική πραγματικότητα· επιστρατεύθηκε όμως ο χαρακτηρισμός των εμπρηστών ως «ασυμμέτρου απειλής», χωρίς να προσκωμίζονται στοιχεία ή να λαμβάνονται άλλα μέτρα πέρα της παραπομπής των υπόπτων στον ανακριτή και της επικηρύξεως των αγνώστων δολιοφθορέων.

Και αυτή πάντως η ύπαρξι ενός φαντομά εχθρού δεν δικαιολογεί κατάρρευσι του κράτους· επιτάσσει αντίθετα την αποφασιστική οργανωμένη του αντίδρασι. Το κράτος υφίσταται και φορολογεί τους πολίτες, μεταξύ άλλων για να τους προστατεύη από ξεσπάσματα των στοιχείων της φύσεως, εγληματικές ενέργειες ατόμων και οργανώσεων, εχθρικές επιθέσεις και κάθε παρόμοιο κίνδυνο. Εξ ου και οι υπηρεσίες του διαθέτουν επί τούτω σχεδιασμούς, όπως εν προκειμένω το σχέδιο «Περσεύς», που κατά την διάρκεια των προσφάτων τραγικών γεγονότων έμεινε κλειδωμένο υπερήφανα σε κάποιο συρτάρι.

Η κυβερνητική επιχείρησι της συγκαλύψεως είχε διακυμάνσεις: ενώ η Πεντέλη, η Κηφισιά και τα Μελίσσια ακόμη κάπνιζαν και πρακτικώς ελάχιστοι… αμφέβαλαν ότι οι πυρκαγιές αυτές, όπως και η της Πάρνηθος, ήταν έργο εμπρηστών, προκηρύχθηκαν εν ψυχρώ εκλογές, μολονότι το καλοκαίρι με τα μελτέμια του είχε καιρό μπροστά του. Προφανώς οι επικοινωνιακοί σύμβουλοι και δημοσκόποι του πρωθυπουργού έκριναν ευνοϊκή την χρονική συγκυρία, ασχέτως των ζοφερών προμηνυμάτων, που έκαναν ακόμη ζοφερώτερα οι διακοπές και η συνήθης προεκλογική διάλυσι της κρατικής μηχανής. Οταν όμως φούντωσαν οι φωτιές στην Πελοπόννησο κυρίως και στην Εύβοια, απεκλείσθη δε συνταγματικώς η δυνατότητα αναβολής των εκλογών, η τακτική άλλαξε και υιοθετήθηκε η εκδοχή του υπέρβαρου των γεγονότων, δηλαδή της «ασυμμέτρου (διάβαζε: τρομοκρατικής) απειλής».

Ανεξαρτήτως της πραγματικότητος εις την οποία αντιστοιχεί, η «ασύμμετρη απειλή» χρησιμοποιήθηκε για να διασκεδασθή ή να μετριασθή η αλγιεινή εντύπωσι που προκάλεσε στο πανελλήνιο η αποσύνθεσι της κρατικής μηχανής και η εκκωφαντική της ανικανότητα να αντιδράση στην πρόκλησι των πυρκαγιών, όπως το είχε πετύχει τα καλοκαίρια του 2003 και 2004. Σε εμπρησμούς οφείλονταν οι πυρκαγιές της Πάρνηθος και της Πεντέλης – Μελισσίων – Κηφισιάς, αλλά τούτο δεν εμπόδισε τον πρωθυπουργό να προκηρύξη εκλογές για τα μέσα Σεπτεμβρίου σαν να μην συνέβαινε τίποτε. Ομως, εν συνεχεία, με τις πυρκαγιές της Ηλείας και της Ευβοίας πάρα πολλά ανετράπησαν και οι «εθνικοί λόγοι» τους οποίους επεκαλέσθη τότε λησμονήθηκαν, ενώ τώρα που η βεβαιότητα της εκλογικής του επικρατήσεως κλονίζεται από την ογκουμένη αποδοκιμασία, καταφεύγει στην «ασύμμετρη απειλή». Η ευκολία με την οποία ο πρωθυπουργός προσέφυγε στις κάλπες και στην «ασύμμετρη απειλή», όπως και η ευκολία με την οποία υφυπουργός της κυβερνήσεώς του υπαινίχθηκε ότι το ΠΑΣΟΚ βάζει τις φωτιές για να εκθέση την Νέα Δημοκρατία, χωρίς να υπολογίζη πως θα μπορούσε κάποιος να ανταπαντήση ότι τις βάζει η Νέα Δημοκρατία για να ενοχοποιήση το ΠΑΣΟΚ, μου επιτρέπουν να μιλήσω για τα χειρότερα μιας ηθικής ζημιάς, που αισθάνομαι να επέρχεται ως τιμωρός προέκτασι όχι τόσο της ίδιας της φυσικής καταστροφής όσο της πολιτικής διαχειρίσεώς της.

Η ταυτότητα των εμπρηστών

Παρένθεσι. Προσωπικώς δεν αποκλείω το ενδεχόμενο οι πρόσφατες, όπως και παλαιότερες πυρκαγιές να είναι σε μικρότερο ποσοστό έργο καταπατητών, και κατά μέγα μέρος να οφείλονται σε οργανωμένο σχέδιο. Οχι όμως τρομοκρατών αλλά εμπρηστών μηδενιστών, που επεχείρησαν φέτος σε περισσότερες χώρες τουλάχιστον της Ευρώπης. Δεν έχω στοιχεία να επικαλεσθώ· την σκέψιν μου οδηγεί η λογική των γεγονότων, η οποία με υποχρεώνει να αφήσω κατά μέρος τη φυσική είτε πολιτική ταυτότητα των αθέατων δραστών και να αναζητήσω την ψυχική. Αγνοούμε τα πάντα γι’ αυτούς· γνωρίζομε ωστόσο, μετά τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι, οξύτατου παρατηρητή του ανθρωπίνου μηδενός, την λογική της ατομικής ψυχολογίας των, η οποία μπορεί κάλλιστα να είναι και λογική μιας υποθετικής εξίσου διεθνούς των. Πρόκειται για την λογική ενός ψυχικού κενού, ατόμων τα οποία μη αναλαμβάνοντας την προσωπική υστέρησι είτε αποτυχία τους, βυθίζονται στο ψυχικό και κοινωνικό περιθώριο. Εκεί τυχαίνει κάποτε να «φωτίζωνται» και από εκεί επελαύνουν εναντίον του κόσμου μας, στο όνομα ενός υψηλού σκοπού, ο οποίος τους προσδίδει αύρα «μοναδικότητος» και μαλακώνει χιμαιρικά το τραύμα τους με αντάλλαγμα τον όλεθρο.

Εάν έχη ίχνη αλήθειας μια τέτοια εικασία, αντιμετωπίζουμε άτομα που επιδιώκουν την ίδια την καταστροφή, διαφορετικά από τους έως τώρα γνωστούς τρομοκράτες, οι οποίοι αναλαμβάνουν δημόσια την ευθύνη των πράξεών τους και δηλώνουν την ταυτότητά τους. Προφανώς, οι μηδενιστές μας εμπρηστές έχουν αποχαιρετίσει την καθιερωμένη αντίληψι της πολιτικής συγκρούσεως με την εξουσία, θεωρώντας ίσως την επικράτησί τους αδύνατη. Προετοιμάζουν έτσι εξέγερσι των μαζών στην απώτερη προοπτική μιας δραστικής υπονομεύσεως και ωθήσεως σε εφιαλτικό οικολογικό αδιέξοδο τον κατ’ αυτούς ήδη αδιέξοδο σημερινό πολιτισμό.

Τις υποθέσεις τούτες θα τις συζητούσα ευχαρίστως σε ιδιωτικό επίπεδο ή θα τις πρότεινα για κινηματογραφικό σενάριο, αλλά θα μου ήταν αδιανόητο να τις υιοθετήσω ως επίσημο κράτος και μάλιστα να τις προβάλλω σαν εξήγησι της πρόσφατης καταστροφής, χωρίς να υποστηρίξω την πεποίθησί μου με επαρκή στοιχεία. Θα το έκανα μόνο κακόπιστα, προκειμένου να υπηρετήσω αλλότρια σκοπιμότητα, να βάλω δηλαδή στις τρομαγμένες ψυχές των πυροπλήκτων, και όχι μόνο, ένα φόβητρο, για να ξεχάσουν όσα έπαθαν και να μου παραδοθούν, επειδή μπορεί να κινδυνεύσουν φρικτότερα μεθαύριο! Κλείνει η παρένθεσι.

Η κρατική αμυντική οργάνωσι διαλύεται υπό την πίεσι εμπρηστών, είτε οικοπεδοφάγοι είναι αυτοί είτε τρομοκράτες ή και τα δύο μαζί, όταν παραδομένη στον επικοινωνιακό εφησυχασμό στερείται ετοιμότητος να κατανοήση και να αντιμετωπίση προληπτικά ή αμέσως μόλις εκδηλωθή, το αντάρτικο των πυρκαγιών που προκαλεί ο αντίπαλός της. Τακτική του αντιπάλου τούτου είναι να εμπλέκη την κρατική μας μηχανή στο χάος της, εξαπολύοντας εναντίον της μαζί με τις φλόγες και τον αμοραλισμό της φύσεως. Αρα δεν έχει πρωταρχική σημασία τόσο να συλληφθούν κάποιοι εμπρηστές, όσο να βάλουμε τάξι μέσα μας. Αλλωστε, η εσωτερική διάσπασι επέτρεψε τις ακραίες διαστάσεις στη φωτιά και όχι οι ασκοί του Αιόλου.

Οταν η κρατική μηχανή παραλύη μπλεγμένη στο χάος της και οι φωτιές μαίνονται ανεξέλεγκτα, οι πολίτες που νοιώθουν εγκαταλελειμμένοι και ανασφαλείς, θα εκφράσουν αργά ή γρήγορα τα αισθήματά τους, παίρνοντας με ευθείς και πλαγίους τρόπους στα χέρια την προστασία τους, απόλυτα αδιάφοροι έως εχθρικοί προς το συλλογικό συμφέρον. Το προαναγγέλλουν ήδη κωμικοτραγικά όσα συμβαίνουν κατά τη χορήγησι επιδομάτων σε πυρόπληκτους και πλήθος ανεξιχνίαστους άλλους! Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή είτε η εν ψυχρώ ρύπανσι των δημοσίων χώρων, εν αντιθέσει προς την καθαριότητα των ιδιωτικών, βεβαιώνουν ότι οι ψυχικές προϋποθέσεις υφίστανται και ότι πλέον δεν αποκλείεται να λάβουν χαρακτήρα ανακλαστικών επιβιώσεως. Είναι αρκετά πιθανό στο εγγύς μέλλον η ανάγκη αυτοπροστασίας στην φτώχεια και την ανασφάλεια να ευνοήσουν αντικοινωνικές συνομαδώσεις και να υποδαυλίσουν νοοτροπίες πολωτικών αντιπαραθέσεων από τις οποίες είδαμε και πάθαμε να απαλλαγούμε μόλις πρόσφατα. Πώς να διαχειρισθή την φτώχεια των χρόνων που έρχονται και πώς να ζήση στις ποντικοφωλιές των πόλεων, όπου θα καταφύγη σε ικανό ποσοστό ο πυρόπληκτος αγρότης, εφ’ όσον ούτε κράτος ανεπτυγμένης ευρωπαϊκής κοινωνίας υφίσταται για να τον νοιαστή, ούτε ιδιαίτερα προσόντα διαθέτει, ούτε κάποιο συλλογικό όραμα τον δένει ψυχικά με τις ανάγκες του παρόντος, για να μην πω ότι πολλά τείνουν να τον φυλακίζουν στο άνυδρο παρελθόν. Από την έμπρακτη μετάνοια του αμαρτωλού πολιτικού συστήματος και όχι από τα δοσίματα θα εξαρτηθή πόσο επικίνδυνες διαστάσεις θα λάβη το φαινόμενο.

Οποιοι αντιμετωπίζουν τον πολίτη σαν ευκαιρία να εδραιώσουν με την ψήφο του την δική τους εξουσία, καλλιεργούν μεθοδικά τις εσωτερικές του εξαρτήσεις με υποσχέσεις και παροχές, για να συντηρούν την επαιτεία στην ψυχή του. Εξαγοράζουν έτσι την αποτυχία τους με πόρωσι της συνειδήσεώς τους. Προσφέρει αληθινά εκείνος που πολεμά τον αρνητικό του εαυτό και όχι εκείνος που μεριμνά να διαφυλάξη την επικοινωνιακή του μάσκα -το «προφίλ» του- για να επιβάλη στην κοινωνία την ματαιδοξία και την εσωτερική του διάσπασι.

Η ρητορεία μάς φουσκώνει χωρίς να ενώνη τίποτε μέσα μας· η δυσλεξία μάς κρατά κάπου αληθινούς.

Τι να κάνουμε

Τίποτε δεν πάει χαμένο. Θα μπορούσε να βγη κάτι μόνιμο από τούτη τη συμφορά, εάν τη βλέπαμε και ως ευκαιρία αυτοσυνειδησίας. Πληρώσαμε και σε αυτή την περίστασι τον από αιώνων εσωτερικό πόλεμο του αισθήματος εναντίον της λογικής, των αναρχουμένων παρορμήσεων εναντίον της συγκροτημένης θελήσεως.

Να το πω ξανά και ξανά: Δεν ήταν οι ισχυροί άνεμοι και οι πολλαπλοί εμπρησμοί πρωτεύουσα αιτία του μεγάλου κακού· ήταν ένας ψυχισμός ασύντακτος και αχαλίνωτος, που μορφοποιεί ως ανευθυνότητα την ψυχική μας αναρχία. Αυτή η αναρχία ανάβει και συντηρεί τις πυρκαγιές και αυτήν πρέπει να μεταβάλη σε δημιουργικό πάθος το παράδειγμα των ηγετών και η πνοή μιας παιδείας, η οποία θα εννοή εδώ και τώρα το υπερβατικό και θα το τιμά ως ακαθαίρετη αξία.

Απόλυτη προϋπόθεσι κάθε ευεργετικής ανατροπής είναι να μην ξεχάσουμε. Οι Ελληνες ξεχνούμε για να ζούμε τον παρορμητικό μας εαυτό χωρίς υποχρέωσι να τον αλλάξουμε. Αντιστεκόμαστε στο μέλλον με την λήθη αποφεύγοντας να σκεπτώμαστε και διαιωνίζουμε έτσι ψυχολογικά το μονοπώλιο του αισθήματος στις πράξεις και στις αποφάσεις μας. Καθώς όμως είμαστε βιολογικώς αναγκασμένοι να θυμώμαστε, βυθίζουμε την μνήμη στην νοσταλγία και τον καημό, ώστε να αναπολούμε την προ των πυρκαγιών κατάστασι και να εφησυχάζουμε. Ως μυθική ανάμνησι η νοσταλγία φέρνει στην μνήμη αδράνεια, που με τη σειρά της κάνει τον άνθρωπο ανίκανο για μεταμορφωτική ενέργεια και ιστορική πρωτοβουλία.

Θα κερδίση τις ερχόμενες μειωμένων προσδοκιών εκλογές, όποιος δημιουργήση, αμυδρά έστω, ελπίδα ότι δεν θα συντονίζουν στο εξής τα ΜΜΕ τις πυροσβεστικές επιχειρήσεις και ότι μπορεί να βελτιώση κάπως το κράτος. Βεβαίως, συζητούμε για κοινοβουλευτική δημοκρατία ενεργών πολιτών. Την μεν «επανίδρυσι» του κράτους από την παρούσα κυβέρνησι έχουν θέσει στο αρχείο τα σκάνδαλα των υποκλοπών, των κουμπάρων, των ομολόγων και η συμφορά των πυρκαγιών, οπότε επανήλθαμε ολοταχώς στην παράδοσι του κράτους παροχών και διορισμών. Η αξιωματική αντιπολίτευσι οφείλει από την πλευρά της να παρουσιάση πειστικά μια μετρημένη σύγχρονη αντίληψι, η οποία να ενθαρρύνη τις προσωπικές επιλογές χωρίς να μειώνη την κοινωνική αλληλεγγύη και η οποία να ανοίγη τον δρόμο της εξυγιάνσεως του δικομματικού συστήματος με εγγυητή την συνταγματικά κατοχυρωμένη πλήρη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και την αναθεώρησι των κανόνων περί ευθύνης υπουργών και βουλευτών. Διότι κατ’ εξοχήν πειρασμός του αναγκαίου, λόγω ελληνικής ψυχοσυνθέσεως, δικομματικού συστήματος είναι αφ’ ενός η αλληλοσυγκάλυψι των κοινοβουλευτικών πρωταγωνιστών, και αφ’ ετέρου η αντιπαλότης των ανάρθρων κραυγών στα τηλεοπτικά παράθυρα άνευ επιχειρημάτων, επειδή ακριβώς υπό τις σημερινές συνθήκες τα ελληνικά πολιτικά κόμματα αδυνατούν να περιγράψουν και να εκφράσουν με όρους καθημερινότητος την προοπτική τους διαφορά, οπότε καταφεύγουν σε ιδέες-συνθήματα που δεν αφορούν κανένα.

Το μείζον πρόβλημα

Ενα αξιόπιστο σύγχρονο κράτος δεν μπορεί να στηρίζεται σε Κοινοβούλιο υψηλού ποσοστού μοντέλων, αθλητών και ηθοποιών είτε σε ευνουχισμένους είτε διεφθαρμένους γραφειοκράτες. Υποχρεούται να υπολογίζη σε ανθρώπους με κατάρτησι, ανήσυχους, ευαίσθητους σε αξίες και ικανούς για σχεδιασμό εις βάθος χρόνου, άτομα αυτοκυριαρχούμενα που να μην συνθηκολογούν με την παθητική σιγουριά της μονιμότητος. Μιλούμε για μικρό, ισχυρό και ευκίνητο κράτος στην υπηρεσία των πολιτών και των πρωτοβουλιών, το οποίο δεν ενεργεί μόνο με αντίληψι των αμέσων κοινωνικών αναγκών και τις αρχές της αποτελεσματικότητος, αλλά επιπλέον πολιτεύεται με αίσθησι της Ιστορίας, ενθαρρύνοντας έτσι την συνεχή αυθυπέρβασι και άνοιξι. Η αποτελεσματικότης δι’ εαυτήν υπακούει στην αυταρχική λογική του αισθήματος και πολύ εύκολα καταντά μηχανική, ενώ η λογική με το δικό της αίσθημα ευθύνης προκρίνει μιαν αποτελεσματικότητα στην διάρκεια και όχι αποσπασματική – αίφνης δασοπροστασία και όχι απλώς πυρόσβεσι.

Η παθολογία του ελληνικού και κάθε ομοίου του κράτους, έχει πολιτισμική πρώτα αιτιολογία και δευτερευόντως πολιτική. Με κυρίαρχο θεσμό περιωρισμένης ευθύνης την οικογένεια και μεταφυσική δεξαμενή την σωτηρία της ψυχής, η μεν κοινωνία πορεύεται δύσκολα και ανώμαλα, το δε κράτος είναι σχεδόν ακατόρθωτο να βελτιωθή. Αν ένα κράτος ενεργών πολιτών στηρίζεται στο αίσθημα της ευθύνης, τι ευθύνη να ζητήσωμε από τους άλλους και από εμάς, όταν οι αγκυλώσεις της ορθοδόξου παραδόσεως απαξιώνουν την λογική; Και πώς να ανταποκριθή σε τέτοιο αίτημα η ουρανομήκης ελληνική ματαιοδοξία – το «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Είναι δυνατόν ο Ρωμηός να πη εύκολα καλή κουβέντα για κάποιον χωρίς αναγνωρίσιμη κοινωνική θέσι; Ο διορισμός και η προαγωγή μόνο εξασφαλίζουν στα μάτια των πολλών την λαχταριστή εκτίμησι.

Να το χωνέψουμε και να το παραδεχθούμε ειλικρινά: Το μείζον πρόβλημα του τόπου μας είναι πνευματικό και έγκειται στην ψυχική διάσπασι ενός ανθρώπου, ο οποίος λιγωμένος με το αίσθημα εξορκίζει τον λόγο και το μέτρο από την ψυχική του ζωή. Μιλούμε για κληρονομική ασθένεια του βυζαντινού Μεσαίωνος και η θεραπεία της θα συνιστά μέχρι να επιτευχθή την καθαρή ιστορική μας προοπτική. Το γεγονός ότι κατά την παράδοσι δεξιωνόμαστε την απόκοσμη αιωνιότητα μόνο με την καρδιά, μας καταδικάζει σε οντολογικό διχασμό και μας υποχρεώνει να ζούμε αναχρονιστικά και ανήμπορα τον χρόνο.

Θα προχωρήσουμε μόνο αν βγάλουμε από μέσα μας τα ριζώματα του παρελθόντος που ματαιώνουν διαρκώς την λυτρωτική συμφιλίωσι του λόγου και του αισθήματος. Να τα απομακρύνωμε με ευαισθησία και σύνεσι για να κόψουμε δρόμο και χρόνο, εν γνώσει ότι οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που εξαρτούν την ισχύ τους από αυτά τα ριζώματα δεν θέλουν ούτε μπορούν να το πράξουν. Δάση, χωριά, νεκροί βοούν από τις στάχτες τους: Δεν μας έκαψαν οι εμπρηστές· μας έκαψε ανελέητα η άχρονη και αγέλαστη – μοιραία αιωνιότης!

* Ο Στέλιος Ράμφος είναι συγγραφέας.