ΑΠΟΨΕΙΣ

Κληρονομική Δημοκρατία;

Η σύντομη προεκλογική περίοδος έκλεισε την Παρασκευή. Σημαδεύτηκε από τις φονικές πυρκαγιές στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια και σε άλλα σημεία της χώρας μας. Στο διάστημά της μου δόθηκαν ευκαιρίες να συζητήσω με ξένους δημοσιογράφους για τη ροή των πολιτικών μας εξελίξεων. Το πρώτο ερώτημά τους πάντοτε ήταν αν οι φωτιές (και ο τρόπος αντιμετώπισής τους) θα επηρεάσουν την έκβαση των εκλογών. Η απάντησή μου συνήθως ήταν ότι οπωσδήποτε θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα αλλά δεν θα το καθορίσουν. Μετά έσπευδα να δηλώσω ότι είμαι αναποφάσιστος ψηφοφόρος και προσέθετα ότι θα πρέπει να περιμένουμε το βράδυ της Κυριακής για να μάθουμε τη σειρά επιτυχίας των κομμάτων, αν το ένα ή το άλλο από τα μεγάλα κόμματα θα εξασφαλίσει αυτοδυναμία στη Βουλή, αν η Βουλή θα είναι πεντακομματική και αν, σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας ενός μεγάλου κόμματος, θα αναγκαστούμε να προσφύγουμε σε νέες εκλογές.

Σε μια από τις πρόσφατες συνεντεύξεις, μου τέθηκαν από Αμερικανίδα δημοσιογράφο μερικά πρωτότυπα (τουλάχιστον στην διατύπωσή τους) ερωτήματα που σκέφθηκα ότι ανήμερα των εκλογών, αξίζει να αναπαράγω για τους αναγνώστες της στήλης:

Ερώτηση: Είναι γενική η εντύπωση διεθνώς ότι η Ελλάδα είναι μια «κληρονομική δημοκρατία» στην οποία δύο ή τρεις οικογένειες δεσπόζουν στην πολιτική σκηνή και εναλλάσσονται στην εξουσία εδώ και αρκετές δεκαετίες. Το σχόλιό σας παρακαλώ.

Απάντηση: Η ερώτησή σας μου θυμίζει το αγγλοσαξωνικό απόφθεγμα «πόσο συχνά δέρνετε τη γυναίκα σας;». Τον Δεκέμβριο του 1974 ψηφίσαμε στην Ελλάδα τελεσίδικα κατά της παλινόρθωσης της «κληρονομικής μοναρχίας». Μήπως θεωρείτε ότι και η δική σας χώρα είναι κληρονομική δημοκρατία; Ας θυμηθούμε τους αδελφούς Κένεντυ, τους πατέρα και γιο Μπους, και φυσικά το ζεύγος Κλίντον. Είναι γεγονός ότι και στην Ελλάδα, μετά τη δικτατορία, έχουμε εναλλαγή κυβερνήσεων Καραμανλή και Παπανδρέου με τρία χρόνια, όμως, διακυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (1990-93) και άλλα οκτώ χρόνια πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη (1996-2004). Νομίζω ότι σε μεγάλο ποσοστό οι ψηφοφόροι κινούνται παντού με βάση την αναγνωρισιμότητα του ονόματος και της εικόνας των υποψηφίων. Και εδώ ακριβώς τα παιδιά γνωστών πολιτικών προσωπικοτήτων διατηρούν ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Οπως μπαίνοντας στο σουπερμάρκετ ορισμένοι επιλέγουν ασυναίσθητα την οδοντόκρεμα που έχει διαφημιστεί περισσότερο, έτσι σταυρώνουμε και τους πολιτικούς στα ψηφοδέλτια. Τέλος, δεν πρέπει να αδικούμε κάποιον υποψήφιο γιατί προέρχεται από γνωστή πολιτική οικογένεια. Πρέπει να τους κρίνουμε και αυτούς με βάση τις ικανότητές τους. Βεβαίως τα άτομα αυτά μεγαλώνουν μέσα σε πολιτικό περιβάλλον παρακολουθώντας τις διακυμάνσεις και τις περιπέτειες της πολιτικής ζωής. Τέλος, σε μεγάλο ποσοστό οι γόνοι των πολιτικών προβάλλονται και από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης, ιδίως την τηλεόραση, που έντονα ανταγωνίζονται για τα καίρια ποσοστά (και ανάλογα κέρδη) της θεαματικότητας.

Ερώτηση: Πολιτικοί επιστήμονες και άλλοι αναλυτές συμπεραίνουν ότι στην Ελλάδα ζει και βασιλεύει το πελατειακό σύστημα. Συμφωνείτε;

Απάντηση: Δυστυχώς ναι. Το πελατειακό σύστημα βρίσκεται στον αντίποδα του αξιοκρατικού συστήματος και αυτή θα είναι η μεγάλη μας μάχη της επόμενης δεκαετίας. Το πελατειακό σύστημα είναι μια εκλεπτυσμένη απόδοση για την έννοια της διαφθοράς. Δηλαδή, αντί να προωθούνται οι καλύτεροι επιλέγονται «οι δικοί μας». Απόλυτη αξιοκρατία δεν θα υπάρξει ποτέ και πουθενά στον πλανήτη μας. Αλλά προς εκεί θα πρέπει να κινηθούμε στην Ελλάδα ώστε να ανταγωνιστούμε στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και του αμείλικτου (για τους μη συμμορφούμενους) μοντέλου της ελεύθερης αγοράς. Και ευτυχώς διαβλέπω μια σύγκλιση απόψεων των δύο μεγάλων κομμάτων που αντιλαμβάνονται ότι για να γίνει η χώρα μας ανταγωνιστική θα πρέπει να επικεντρώσει όλες τις προσπάθειές της στον παράγοντα που λέγεται άνθρωπος, και κυρίως στους νέους ανθρώπους με έμφαση στην παιδεία, στη γνώση, στην εξειδίκευση και στην αλληλεξάρτηση.

Ερώτηση: Και τι πρέπει να γίνει κατά τη γνώμη σας για να κερδηθεί η μάχη για την αξιοκρατία, την ποιότητα, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα;

Απάντηση: Εχω την εντύπωση ότι μετά τις πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές ο λαός μας βρίσκεται σε περίοδο ψυχολογικής φόρτισης. Παρακολουθεί χωρίς όρεξη -βουβός σχεδόν, όπως πρόσφατα μου είπε ένας οδηγός ταξί- την παντομίμα της προεκλογικής αναμέτρησης, της συγκριτικής υποσχεσιολογίας και της τεχνητής πόλωσης. Ευτυχώς, κατά τη γνώμη μου, έχουμε φθάσει στην Ελλάδα σε ένα σημείο στρατηγικής συναίνεσης, είτε για τα μεγάλα θέματα εξωτερικής πολιτικής είτε για τις άμεσες ανάγκες μεταρρυθμίσεων και αλλαγών σε καίριους τομείς όπως η ανώτατη παιδεία (δημόσια και ιδιωτική), η εξοντωτική γραφειοκρατία, το ασφαλιστικό και η πάταξη της φοροδιαφυγής. Και, ασχέτως του αποτελέσματος την Κυριακή, ένα θα είναι το μεγάλο μήνυμα του ελληνικού λαού: «Συνεργασθείτε για να αλλάξετε αυτόν τον τόπο». Είναι γεγονός ότι για διαδοχικές κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας (αλλά και για κυβερνήσεις διακομματικής συνεργασίας, 1989-90) ο φόβος του «πολιτικού κόστους» λειτούργησε ανασταλτικά, αν όχι παραλυτικά. Τα συμπεράσματα είναι επομένως πρόδηλα.

Ερώτηση: Ποια είναι τα πρόδηλα συμπεράσματα; Τι ακριβώς εννοείτε;

Απάντηση: Οι δημοσκοπήσεις, μέχρις ότου απαγορεύτηκε συναινετικά η δημοσιοποίησή τους την 1η Σεπτεμβρίου, έδειχναν μια μικρή αλλά συμμετρική μείωση της δύναμης των μεγάλων κομμάτων. Και τα μικρά κόμματα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το σύνδρομο της «χαμένης ψήφου». Το τελικό αποτέλεσμα θα το ξέρουμε σίγουρα την Κυριακή το βράδυ. Η κ. Παπαρήγα έχει δίκιο όταν προτείνει ότι τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν μία πολιτική. Αλλά εγώ θα έσπευδα να προσθέσω: «Ευτυχώς!» Θα άλλαζα μόνο τη λέξη «πολιτική» με τη λέξη «στρατηγική». Η διαφορά των δύο μεγάλων κομμάτων είναι σε θέματα τακτικής, χειρισμών και ικανότητας των διαχειριστών. Οποτε στα πρώτα 74 χρόνια του 20ού αιώνα είχαμε στρατηγική πόλωση (δύο πολιτικές) αντιμετωπίσαμε τεράστιους κινδύνους και αιματηρές εμφύλιες περιπέτειες. Ας μην ξεχάσουμε ποτέ τους δύο μεγάλους διχασμούς του περασμένου αιώνα μεταξύ βασιλικών και βενιζελικών και, αργότερα, κομμουνιστών και εθνικιστών. Επομένως, άσχετα με την έκβαση της λαϊκής βούλησης, η ώρα έφθασε για τη «μεγάλη συμμαχία» των δύο μεγάλων κομμάτων που πρότεινε με άρθρο του στην «Καθημερινή» ο αείμνηστος Γεώργιος Κουμάντος λίγο πριν κοπεί το νήμα της ζωής του. Το μεγάλο στοίχημα για τον τόπο μας είναι η δημιουργία μιας κυβέρνησης συνεργασίας και συνυπευθυνότητας των δύο μεγάλων κομμάτων. Μαζί, επιμερίζοντας αμοιβαία το αιώνιο «πολιτικό κόστος», μπορούν να λυτρώσουν τον τόπο μας από τα κατάλοιπα της φαυλοκρατίας και της διαφθοράς.

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και αντιπρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΛΙΑΜΕΠ.