ΑΠΟΨΕΙΣ

Σε αναζήτηση της χαμένης ελπίδας

«Η περιβόητη «επόμενη μέρα» ξημερώνει σήμερα. Ο καταγγελτικός, πολωτικός, διχαστικός λόγος εξέπνευσε με το άνοιγμα της κάλπης, μαζί με τις απελπισμένες προσπάθειες να «πεισθούν» ή έστω να παρασυρθούν πολίτες ψηφοφόροι από «μαγικές λύσεις» και υποσχέσεις για… παντεσπάνι! Ακόμη και αν κατά παραχώρηση δεχθεί κανείς ότι τέτοιες πρακτικές (που θεωρητικά… όλοι τις καταδικάζουν!) δικαιολογούνται εν τινί μέτρω σε προεκλογικές στιγμές, το σήμερα της «επόμενης μέρας» απαιτεί (και από την ταχύτητα, την ειλικρίνεια και την αμεσότητα που θα επιχειρηθεί θα κριθεί ο νέος ηγέτης…) ανασκούμπωμα των μανικιών, ρεαλισμό, άμεσο και αποφασιστικό γύρισμα της σελίδας από την… εικονική προεκλογική πραγματικότητα στην απαιτητική καθημερινότητα και άμεση εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος – ακόμη και εκείνων των σημείων που εσκεμμένως για λόγους σκοπιμότητας(;) αποσιωπήθηκαν ή δεν εξηγήθηκαν επαρκώς…».

Ετσι έκλεινε ο «Ανεμοδείκτης» της 7ης Μαρτίου 2004. Με εμφανή απογοήτευση και σκεπτικισμό για τον (και προεκλογικό…) «πολιτικό πολιτισμό» μας, μα και με μια διάθεση αισιοδοξίας πως δεν μπορεί, κάπως, με κάποιους, κάποτε το νεοελληνικό «μοντέλο» διακυβέρνησης, αλλά και σχέσεων πολιτικών – πολιτών, θα αλλάξει. Πως επιτέλους δεν αρκεί να διαπιστώνουμε κάθε φορά με θλίψη πως «έχουμε πιάσει πάτο…», χρειάζεται να τινάξουμε όλοι μαζί τα πόδια και να αναδυθούμε στην επιφάνεια, να ανασάνουμε αέρα…. Τριάμισι χρόνια μετά, πάλι σε μια εκλογική Κυριακή, λίγες ώρες πριν από την έρμη «επόμενη μέρα» ο (έστω και μια φορά κάθε τόσο…) «κυρίαρχος λαός» πολύ φοβόμαστε πως είναι πάλι «στο ίδιο έργο θεατής»… Με διαψευσμένες σε μεγάλο βαθμό και τις ελπίδες, τις προσδοκίες του, αλλά και τη διάθεσή του να εμπιστευθεί, να υπομείνει, να δώσει «ανάσα» χρόνου στον όποιο «τιμονιέρη» του αναδείξουν οι κάλπες.

Και ίσως, τούτη τη φορά τα πράγματα να ‘ναι ακόμη πιο απαισιόδοξα. Οχι μόνο επειδή τριάμισι χρόνια πίσω είχαμε «μπροστά» μας κάτι που μας ένωνε και μας συνέπαιρνε, τους Ολυμπιακούς και την ελπίδα πως θα κάναμε από κείνο το εφαλτήριο το άλμα προς τα εμπρός, ενώ σήμερα έχουμε πίσω μας μια καμένη Ελλάδα και την τραγική «πιστοποίηση» της διαχρονικής ανικανότητας του κράτους. Αλλά και επειδή η αλήθεια είναι πως την τελευταία φορά, δόθηκε «χώρος» στον κόσμο να πιστέψει και να αισιοδοξήσει πως με νέους ηγέτες στα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, δεν μπορεί παρά να άλλαζαν και οι όροι του «παχνιδιού», πως ο περιβόητος «δικομματισμός» από εργαλείο εναλλάξ αλαζονείας θα ‘βρισκε έδαφος παραγωγικής, διαλεκτικής αλληλοσυμπλήρωσης, αν μη τι άλλο για να μειωθεί στο ελάχιστο ο φόβος του «πολιτικού κόστους», να παρθούν οι απαιτούμενες σκληρές αποφάσεις που αναβάλλονται… αενάως σε ένα σωρό τομείς.

Παμε σαν αλλοτε…

Το αίτημα της «αλλαγής» του τρόπου διακυβέρνησης, το αποφασιστικό «γύρισμα σελίδας», ο λιγότερος (έστω λιγότερος…) κομματισμός, η διαφάνεια, οι «καθαρές λύσεις», ήταν στρατηγικό αίτημα των περασμένων εκλογών. Τόσο για το κόμμα που βγήκε νικητής από τις κάλπες (όπως αναμενόταν) και ανέλαβε τις ευθύνες διακυβέρνησης, όσο όμως και για το κόμμα της αντιπολίτευσης, που κουρασμένο, βεβαρημένο με σαφείς υπόνοιες (αν μη τι άλλο…) σκανδάλων και διαφθοράς, συμπεριφορές αλαζονείας και μια μη κρυπτόμενη «καθεστωτική» νοοτροπία, έχασε με διαφορά τις εκλογές αλλά δεν υπέστη συντριβή, γιατί είχε προεκλογικά υποσχεθεί πως θα «τα αλλάξει όλα!» – κυρίως δηλαδή τα της εσωτερικής δομής και λειτουργίας του, σε μηχανισμούς, πρόσωπα, στρατηγικές, συμπεριφορά του πολιτεύεσθαι…

Δίχως φανατισμούς και παρωπίδες, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς, τριάμισι χρόνια μετά τις τελευταίες κάλπες, πως η αισιοδοξία της κοινωνίας και προς το ένα και προς το άλλο κόμμα εξουσίας, δεν επαληθεύθηκε. Η υπεσχημένη «υπέρβαση», ακόμη και στις λίγες περιπτώσεις που πήγε να ξεκινήσει, δεν ολοκληρώθηκε. Το κράτος, όχι μόνο δεν «επανιδρύθηκε» αλλά αποδείχθηκε με τρόπο τραγικό ανίκανο, αναποτελεσματικό, ασυντόνιστο, πάντα στη λογική του «δικό τους», όποιος και αν βρίσκεται στην εξουσία. Τα μεγάλα και πιεστικά προβλήματα (ασφαλιστικό, παιδεία, δημόσια διοίκηση, υγεία, «καθημερινότητα»…) κατά το… συνήθειο και «εκ μεταφοράς» αναπέμπονται στην επόμενη κοινοβουλευτική θητεία, στη… γραμμή του «τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται, τα δε… δυσκόλως εννοούμενα αγνοούνται»!

Τα λόγια και οι «δεσμεύσεις» ξεχάστηκαν – για να ανασυρθούν πάλι τώρα, σε προεκλογικό κλίμα, εκ των πραγμάτων αμφίβολης πειστικότητας. Η έλλειψη εθνικού οράματος, αυτό το έρμο «είμαστε εδώ, θέλουμε να πάμε εκεί – και θα το κάνουμε έτσι!», ορατή και διαρκώς υπογραμμιζόμενη από τις εξελίξεις. Η ιεράρχηση στόχων και η επιδίωξη επίτευξης των πιο αναγκαίων (έστω λίγων!) ανύπαρκτες – και πάντως «χαμένες» μέσα στο πλήθος των μικρορυθμίσεων κομματικής και ψηφοθηρικής νοοτροπίας…

Και από την άλλη, μια αντιπολίτευση, που όχι μόνο δεν τα «άλλαξε όλα!» αλλά δείχνει ακόμη και τώρα που ζητάει να την «εμπιστευθούμε», ανίκανη να βρει τον βηματισμό της, να συμφωνήσει (εσωτερικά…) για το τι θέλει να κάνει, πρόθυμη και γενναία για τη δική της υπέρβαση της αυτονόητης συναίνεσης (με διατήρηση του δικαιώματος της διαφορετικότητας και της «άλλης» μεθόδευσης…) σε τεράστια προβλήματα που κατά «τα άλλα» ΟΛΟΙ συμφωνούν πως δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν παρά μόνο με παραμερισμό της μικροκομματικής υστεροβουλίας…

Ωρεσ ευθυνης…

Να μιλήσει κανείς για «κυβερνητικά προγράμματα» θα ήταν… δυστυχώς ουτοπικό: ακόμη και όταν παρουσιάζονται και «υποστηρίζονται» με συγκεκριμένο κοστολόγιο και κλιμακούμενες προτεραιότητες, ξέρουμε πια (μας έμαθαν, δηλαδή…) πως σχεδόν ποτέ την «επόμενη μέρα» δεν τηρούνται. Το κόμμα που ήδη βρίσκεται στην εξουσία περιορίζεται να μας… ξαναπαρουσιάσει το προεκλογικό του τού 2004, έστω και αν αυτό με… διάθεση αυτοκριτικής ομολογεί πως δεν το τήρησε ή ελάχιστα το επιδίωξε και πάντως «χρειάζεται δύο θητείες για να υλοποιηθεί…». Και η αξιωματική αντιπολίτευση, «δεσμεύεται» να κάνει αύριο, αν τύχει και βρεθεί στην εξουσία, όλα αυτά που… δεν έκανε ή μισοέκανε και αυτά με υστέρηση όσο κυβερνούσε!

Και… «στο μεταξύ» γεμίσαμε για άλλη μια φορά και σε τούτη τη μικρή (και τραγικά φορτισμένη…) προεκλογική περίοδο, με πάσης φύσεως υποσχέσεις και παροχές (και ας καταγγέλλουν και οι δύο την παροχολογία!) ακοστολόγητες, και δη σε μια συγκυρία που θα απαιτηθούν τεράστια ποσά για την εθνική ανασυγκρότηση μετά τη λαίλαπα των πυρκαγιών, με τον αφορισμό, μάλιστα, του Γιώργου Παπανδρέου πως «λεφτά υπάρχουν, δεν είναι αυτό το πρόβλημα!» – τη στιγμή που «καταγγέλλει» πως αν έρθει στην εξουσία θα παραλάβει (εκτός από τη… δεδομένη καμένη γη!) και μια «καταρρέουσα» οικονομία! Ημαρτον Κύριε…

Η απογοήτευση του κόσμου στο «σύστημα» εξουσίας (που ευκαιριακά και υπό το κράτος της φρίκης και της οργής για τις φωτιές επιχειρούν εκλογικά, αλλά χωρίς αξιόπιστο εναλλακτικό λόγο ευθύνης να εκμεταλλευθούν τα λεγόμενα «μικρά κόμματα») και η αναξιοπιστία η οποία συνολικά (και άκρως επικίνδυνα!) περιβάλλει το πολιτικό προσωπικό της χώρας, καταγράφονταν στις δημοσκοπήσεις και πριν από τον φετινό πύρινο όλεθρο. Το κυβερνών κόμμα διατηρούσε και ίσως διατηρεί κάποιο προβάδισμα, μια «υπεροχή» κυρίως λόγω αδυναμίας να «εισπράξει» τη δυσαρέσκεια της κοινωνίας η αξιωματική αντιπολίτευση. Και αυτό, με δεδομένο το εκλογικό σύστημα, θα του επιτρέψει (ή στο ΠΑΣΟΚ, σε περίπτωση ανατροπής) να κατακτήσει την εξουσία. Ετσι κι αλλιώς, με πιο ισχνή αυτοδυναμία – με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει σε όρους διαχειριστικής επάρκειας, που έτσι και αλλιώς ήταν και το… ζητούμενο, με τη σημερινή υπερεπαρκή αυτοδυναμία του…

Το ζητούμενο είναι, όποιος και αν κερδίσει στις σημερινές εκλογές, τι… θα κάνει, πώς θα διαχειριστεί τη νίκη του! Αυτή η «επόμενη μέρα» είναι… εκ μεταφοράς πολύ επιβαρυμένη, απαιτητική. Θα την αντιμετωπίσουν με θάρρος, αποφασιστικότητα, ευθύνη ή… σε τέσσερα(;) χρόνια, θα ξαναγράψουμε σημείωμα, την Κυριακή των εκλογών, δανειζόμενοι πάλι κρίσεις από το σημερινό μας κομμάτι;