ΑΠΟΨΕΙΣ

«Θέλω μια πατρίδα που να με νοιάζεται»

Η νέα κυβέρνηση αποτελεί πλέον γεγονός. Υπουργοί και υφυπουργοί εφορμούν στα υπουργεία. Ως χθες τα έλεγαν καλά, τώρα καλούνται να τα πράξουν και καλά. Πριν όμως ανασκουμπωθούν, πριν ανοίξουν τους ογκώδεις φακέλους και πριν προλάβουν να κατακτηθούν από το ελιξήριο της εξουσίας, ας ακούσουν μια από τις δεκάδες φωνές διαμαρτυρίας νέων ανθρώπων που έχουν βρει τον διαδικτυακό τόπο για να εκφραστούν.

Η Industrialdaisies -το μπλογκικό ψευδώνυμο μιας 24χρονης φοιτήτριας- απευθύνεται στον πατέρα της και του εξηγεί γιατί δεν πήγε να ψηφίσει. «…Με πήραν τηλέφωνο στις δωδεκάμισι το βράδυ να με καλέσουν σε συγκέντρωση, μου μοίρασαν γυαλιστερά χαρτιά με πουδραρισμένα τα πρόσωπά τους πάνω τους, με πήραν να με ρωτήσουν την άποψή μου για πολιτικά θεματα, θέλοντας να κάνουν τις στατιστικές τους έρευνες. Ποτέ, όμως, δε με ρώτησαν αν θέλω να κυκλοφορώ με το ποδήλατό μου στην πόλη. Αν μου φτάνει ο μισθός μου για να ζήσω. Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι το πανεπιστήμιο ασφυκτιά και αργοπεθαίνει. Ποτέ στο σχολείο δεν έλεγξαν τι έτρωγα, τι διδασκόμουν. Ποτέ δεν τους ένοιαξε πόσες ώρες περίμενα έξω από τις πόρτες ενός εξωτερικού ιατρείου. Ποτέ δεν φύτεψαν ένα δένδρο στο πεζοδρόμιο που περπατάω…Κάποιο λάθος έχει γίνει. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν προσκυνάμε την ίδια σημαία. Αλλα πεζοδρόμια περπατάμε, σε άλλες δουλειές πηγαίνουμε κάθε πρωί, άλλο είναι το πράσινο που καταλαβαίνουμε, άλλο το γαλάζιο… Μα αυτός… Αυτός που μπαστακώθηκε(!) σε μια θέση στο Δημόσιο, διώχνοντας τον προκάτοχό του, αυτός που αγόρασε οικόπεδο μαύρο και πρόλαβε να το περιφράξει, αυτός που πάρκαρε πάνω στη διάβαση, αυτός που αγοράζει τομάτες Βελγίου κι είναι όλες στερημένες από τη φαντασία της φύσης, αυτός που πήγε στο γήπεδο κι έσπασε στο ξύλο καθίσματα και ανθρώπους… μα αυτόν τον είδα να κουνάει τη σημαία που μου ‘παν πατέρα ότι είναι και δικιά μου σημαία. «Και τι σημαίνει δικιά μου», πατέρα. «Τίποτα παιδί μου, τίποτα». «Τώρα κατάλαβα. Αλλά αλλιώς μου ‘ταχες πει». Δηλαδή, πρέπει η πατρίδα μου να είναι γκρι δρόμοι, γκρι σπίτια, γκρι πεζοδρόμια, ένα ρολόι που ποτέ δεν σταματά, τριακόσια ευρώ στην αρχή κάθε μήνα στο πορτοφόλι, η «απόδειξις καταβολής ενοικίου – ευρώ τετρακόσια» την ίδια ημέρα, ένα ποτήρι καφέ ίσο με το μισθό ανώτερου υπαλλήλου στην Αιθιοπία, φανάρια, σκυφτά κεφάλια, σακούλες γεμάτο καρκίνο, τηλέφωνα που κουδουνίζουν, ξεκοκαλισμένες μπασκέτες σε φαγωμένα γήπεδα, τραμπουκισμός παντού, συντηρητικά στον χυμό… Και δεν θέλω. Μ’ ακούς, πατέρα. Δεν είναι η δική μου πατρίδα αυτή. Υπάρχει κάποια πατρίδα για μένα; Μια πατρίδα που παλεύει να επιβιώσει χωρίς να βάζει τρικλοποδιές, μια πατρίδα που θέλει να αναστήσει καμένες ψυχές και πνεύματα της φύσης, που ακόμη ξέρει να ερωτεύεται και να γελά, να δημιουργεί αντί να καταστρέφει. Μια πατρίδα που εξακολουθεί να νοιάζεται.Γι’ αυτό σου λέω δεν πήγα να ψηφίσω…».

Οι νέοι έχουν βρει τρόπους να διατυπώνουν τις μεγάλες αγωνίες τους. Να αμύνονται. Να προτείνουν. Το κάνουν με συνέπεια και σοβαρότητα, παρότι τα συναισθήματά τους είναι αντιφατικά. Οι πολλοί επιλέγουν τη φωνή των διαδηλώσεων. Οι λίγοι, τη φωνή των blogs. Κι είναι σημαντικό για τις πολιτικές ηγεσίες να στήνουν ευήκοον ους στις φωνές των ανθρώπων που θα επανδρώσουν το βασικό κορμό της μελλοντικής ελληνικής κοινωνίας. Αυτήν που οι νέοι ονειρεύονται και προσδοκούν.