ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποια η ειδική σχέση ΗΠΑ – Βρετανίας;

«Γιατί ηχούν οι σάλπιγγες;» αναρωτιέται ο στρατιώτης στο ποίημα του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Στο Ιράκ, τις προάλλες σήμαναν την υποχώρηση καθώς ο βρετανικός στρατός έφευγε από την πόλη της Βασόρας εν μέσω αλληλοκατηγοριών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Λευκός Οίκος είναι δυσαρεστημένος με τον Γκόρντον Μπράουν, όχι μόνο γιατί απέσυρε τα βρετανικά στρατεύματα από τη Βασόρα, αλλά και γιατί απομακρύνεται από τη γραμμή του προκατόχου του, που υποστήριζε σθεναρά την κυβέρνηση Μπους. Μήπως, όμως, οι σαλπιγκτές σάλπιζαν το σιωπητήριο για την αγγλο-αμερικανική συμμαχία στο Ιράκ, ή ακόμη και για την υποτιθέμενη «ειδική σχέση» μεταξύ των δύο χωρών; Αυτή η σχέση πάντοτε ήταν μια περίεργη θεωρία, που επιβιώνει εξαιτίας της παραχάραξης της ιστορίας και της φαντασίας. Οι Αμερικανοί δεν χρησιμοποιούν συχνά τη φράση, υπάρχει όμως μια σχεδόν κωμική εξαίρεση όταν ο γερουσιαστής Τζον Μακ Κέιν επισκέφθηκε πέρυσι την Αγγλία. «Η ειδική σχέση μεταξύ των δύο χωρών θα διαρκέσει και κατά τον 21ό αιώνα» είπε. «Το λέω αυτό με πλήρη πίστη, γιατί διαρκεί 200 χρόνια».

Διαρκεί πόσο; Αν μεταφερθούμε στις αρχές του 19ού αιώνα, το μόνο ειδικό στη σχέση των δύο χωρών εκείνα τα χρόνια ήταν ότι βρίσκονταν σε πόλεμο. Μερικοί από εμάς μπορεί και να υπερηφανεύονται θυμούμενοι την ημέρα που οι στρατιώτες μας πυρπόλησαν τον Λευκό Οίκο. Τα επόμενα χρόνια οι σχέσεις των δύο χωρών ήταν περισσότερο κακές, παρά καλές. Είχε γραφτεί τότε ότι πολλοί Αμερικανοί ήθελαν έναν πόλεμο με την Αγγλία. Και πάλι το 1914: όχι μόνο ανησυχούσε ο Γουίντροου Γουίλσον ότι ίσως αναγκαστεί να παρέμβει στον πόλεμο στο πλευρό των Γερμανών, εξαιτίας του βρετανικού ναυτικού αποκλεισμού, αλλά αναγνωριζόταν ότι οι περισσότεροι Αμερικανοί θα προτιμούσαν να αγωνιστούν κατά, παρά υπέρ της Αγγλίας. Οι δυο τους πολέμησαν μαζί, για λίγο, σε δύο παγκόσμιους πολέμους, αλλά μόνο ο Τόνι Μπλερ θα έλεγε πριν από έξι χρόνια στη Νέα Υόρκη ότι: «Υπήρξε μια χώρα και ένας λαός που στάθηκε τότε στο πλευρό μας. Αυτή η χώρα ήταν οι ΗΠΑ και ο λαός, ο αμερικανικός». Εννοούσε τη Μάχη της Αγγλίας το χειμώνα του ’40-’41 όταν οι ΗΠΑ ήταν υπόπτως ουδέτερες.

Από το 1949 οι δύο χώρες είναι σύμμαχες στο ΝΑΤΟ, μια αμοιβαία αμυντική συμμαχία για την «αποκατάσταση και διατήρηση της ασφάλειας στην περιοχή του βόρειου Ατλαντικού», που κατά τα φαινόμενα δεν καλύπτει τη Μέση Ανατολή. Το 1956, στην κρίση του Σουέζ, ο Αϊζενχάουερ εξοργίστηκε με Βρετανούς, Γάλλους και Ισραηλινούς τους οποίους άφησε ακάλυπτους, ενώ δέκα χρόνια αργότερα ο βρετανικός στρατός δεν πολέμησε στο Βιετνάμ, όπως ήλπιζε ο Λίντον Τζόνσον. Ακόμη και στη δεκαετία του ’80 η Μάργκαρετ Θάτσερ, παρά τη «συγγένεια» με τον Ρόναλντ Ρέιγκαν, υποστήριζε πολύ πιο προσεκτικά την Ουάσιγκτον απ’ ό,τι θα έκανε αργότερα ο Μπλερ. Απογοητεύτηκε από τη χλιαρή αντίδραση των ΗΠΑ όταν η Αργεντινή εισέβαλε στα Φόκλαντς και εξοργίστηκε όταν οι ΗΠΑ εισέβαλαν στη Γρανάδα. Είπε τότε, μάλιστα, κάτι που θα ήταν χρήσιμο αν επαναλαμβανόταν και αργότερα. Οι δυτικές δημοκρατίες χρησιμοποιούν τα όπλα «για να διατηρήσουν τον δικό τους τρόπο ζωής, όχι για να εισβάλουν σε άλλες χώρες». Αν ψηφιστεί ένας νόμος σύμφωνα με τον οποίο οι ΗΠΑ θα επεμβαίνουν όποτε δεν τους αρέσει κάποιο καθεστώς, είπε η Θάτσερ, «τότε θα υπάρξουν πραγματικά τρομακτικοί πόλεμοι». Ποτέ δεν μίλησε περισσότερο προφητικά. Ομως, μια τουλάχιστον θετική συνέπεια του πολέμου στο Ιράκ θα ήταν να εγκαταλείψουμε τα λόγια περί «ειδικής σχέσης». Είμαστε δύο φίλες χώρες, με πολλές κοινές αξίες και ορισμένα κοινά συμφέροντα. Δεν αρκεί αυτό;

* O Geoffrey Wheatcroft είναι συγγραφέας των βιβλίων «Controversy of Zion» και «Yo Blair».