ΑΠΟΨΕΙΣ

Δύσβατο μετεκλογικό τοπίο

Το προεκλογικό τοπίο: Η κυβέρνηση ισχυρή, με άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ανοχή της κοινής γνώμης, παρά τις αστοχίες, τα λάθη και τις παραλείψεις που έγιναν. Η αξιωματική αντιπολίτευση σε κρίση προσανατολισμού μεν μετά τη συντριπτική ήττα του 2004, επιχειρούσε όμως να βρει το δρόμο της, έστω αν τελικώς κατέφυγε στον λαϊκισμό και την οξύτητα. Τα κόμματα της Αριστεράς με αδύναμη κοινοβουλευτική παρουσία, προσπαθούσαν να διευρύνουν τα κοινωνικά τους ερείσματα.

Το μετεκλογικό τοπίο: Η κυβέρνηση διαθέτει, πλέον, ισχνή αυτοδυναμία, μόλις 2 εδρών, και καμιά περίοδο χάριτος, λόγω και της αδυναμίας που επέδειξε ο κρατικός μηχανισμός στην αντιμετώπιση των καταστροφικών πυρκαγιών. Η αξιωματική αντιπολίτευση βρίσκεται σε δεινή κρίση, που έχει και στρατηγικό χαρακτήρα. Τα κόμματα της Αριστεράς είναι ενισχυμένα, διαθέτουν συνολικά 36 βουλευτές και απευθύνονται σε ευρύτερο κοινωνικό ακροατήριο. Στη Βουλή μετέχει με 10 έδρες και ένα κόμμα, που δεν θέλει να αποκαλείται ακροδεξιό, αλλά έχει ακραίες θέσεις.

Η απλή και μόνο παραβολή των χαρακτηριστικών του πολιτικού σκηνικού πριν και μετά τη 16η Σεπτεμβρίου δείχνει το ναρκοπέδιο, στο οποίο καλούνται πλέον να κινηθούν οι εκπρόσωποι του δικομματισμού στη χώρα μας. Η κυβέρνηση, αναβαπτισμένη μεν από τη λαϊκή ετυμηγορία, αποδυναμωμένη δε σε ισχύ, καλείται να συνεχίσει το δρόμο των μεταρρυθμίσεων και των τομών. Κατά πόσον, όμως, μπορεί να πείσει ότι όσα δεν έκανε τα 3,5 χρόνια της παντοδυναμίας της -και μερικά θα μπορούσε να προωθήσει στο εξάμηνο που θα της απέμενε αν οι εκλογές δεν ήταν πρόωρες- θα τα κάνει τώρα, με την πλειοψηφία της να εδράζεται σε μόλις 2 βουλευτές; Ποιος εγγυάται ότι δεν θα υπάρξουν υποχωρήσεις στην προώθηση ουσιαστικών αλλαγών στο ασφαλιστικό, στην Παιδεία, στη δημόσια διοίκηση και αλλού λόγω των βέβαιων αντιδράσεων που θα προκληθούν, όταν μάλιστα η δρομολογούμενη απόσυρση του βιβλίου Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού δείχνει το αντίθετο; Επιπλέον και η ίδια η συνταγματική αναθεώρηση κινδυνεύει να καταστεί γράμμα κενό με δεδομένους τους νέους συσχετισμούς στη σύνθεση της Βουλής.

Σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ τα πράγματα είναι πολύ πιο σαφή και εμφανή, όπως και οι κίνδυνοι και τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης πληρώνει ακόμη τα πεπραγμένα της 20ετούς διακυβέρνησής του, η όποια επιχείρηση ανανέωσής του έπεσε στο κενό, και όπως έδειξε το εκλογικό αποτέλεσμα είναι απομονωμένο πλέον από την Αριστερά και αδυνατεί να αντλήσει ψηφοφόρους από τον «μεσαίο» χώρο, όπου η ηγεμονία του κ. Καραμανλή συνεχίζεται. Η κρίση δεν είναι καθόλου βέβαιο -κάθε άλλο μάλιστα- ότι θα λήξει την 11η Νοεμβρίου με την ανάδειξη ηγεσίας, όποια και αν είναι αυτή. Και μία αποδυναμωμένη αξιωματική αντιπολίτευση εφησυχάζει περισσότερο την κυβέρνηση και αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα σε ευρύτερα επίπεδα. Κατόπιν όλων αυτών, που ήταν λίγο πολύ αναμενόμενα λόγω του νέου εκλογικού νόμου, είναι εύλογο το ερώτημα για ποιον λόγο ο Γιώργος Παπανδρέου ζητούσε επίμονα τους τελευταίους μήνες τη διεξαγωγή εκλογών και ο Κώστας Καραμανλής αποφάσισε την εσπευσμένη -και όχι μόνο πρόωρη- προσφυγή στις κάλπες;