ΑΠΟΨΕΙΣ

Πέρα από τα πρόσωπα

Ενδιαφέρον το θέαμα της συγκρούσεως του κ. Ευάγγελου Βενιζέλου με τον κ. Γεώργιο Παπανδρέου, μετά την εκλογική συντριβή του ΠΑΣΟΚ, την περασμένη Κυριακή. Ενδιαφέρουσα η αποτυχούσα απόπειρα πολιτικής αναστάσεως του κ. Κώστα Σημίτη. Αντιληπτή και η ικανοποίηση των συντηρητικών πολιτών της χώρας, που αποδίδουν στο ΠΑΣΟΚ την κακοδαιμονία της σύγχρονης Ελλάδος και εύχονται τη διάλυσή του ή, έστω, τη μόνιμη περιθωριοποίησή του.

Αλλά υπάρχει και μία άλλη διάσταση, αναδειχθείσα από τις εκλογές της προηγουμένης Κυριακής, που δεν σχετίζεται με τα πρόσωπα, τις ικανότητες ή τις αδυναμίες των διεκδικητών της ηγεσίας του κόμματος που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πρόκειται για τον απεγκλωβισμό αριστερών ψηφοφόρων από το ΠΑΣΟΚ, μετά τον μετασχηματισμό του «Κινήματος» περίπου σε ένα κόμμα συμβατικό του Κέντρου.

Από την άποψη αυτή, έχει βεβαίως κάποια σημασία, εάν στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ επανεκλεγεί ο κ. Γ. Παπανδρέου ή αν τελικώς κατισχύσει ο κ. Ευάγγ. Βενιζέλος, αλλά είναι αμφίβολο εάν μπορέσει να απορροφήσει εκ νέου ψηφοφόρους από το ΚΚΕ ή τον ΣΥΡΙΖΑ. Και δίχως τον σκληρό πυρήνα τμήματος της ριζοσπαστικής αριστεράς, το ΠΑΣΟΚ θα εμφανίζει δείγματα πολιτικής αναπηρίας.

Εάν ισχύει η προαναφερθείσα υπόθεση εργασίας, τότε ο νέος ηγέτης του ΠΑΣΟΚ -όποιος και εάν είναι αυτός- αποτελεί ζήτημα παρεμπίπτον, διότι ούτε ο κ. Παπανδρέου ούτε ο κ. Βενιζέλος μπορούν να αναστρέψουν την τάση φυγής των ψηφοφόρων της Αριστεράς. Και οι δυο τους ήσαν ή εν πάση περιπτώσει μετεξελίχθησαν σε εκφραστές των «εκσυγχρονιστικών» τάσεων που μόνον μια μικρή μειοψηφία αριστερών έχει αποδεχθεί ως αναγκαίες.

Τα πάντα εξαρτώνται συνεπώς από τη δεξιότητα της ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ να αξιοποιήσουν τη δυναμική που δημιουργήθηκε από το αποτέλεσμα των εκλογών. Η προοπτική δεν είναι διόλου ενθαρρυντική για την κρατούσα πολιτική αντίληψη, διότι τα δύο αυτά κόμματα συγκέντρωσαν κάτι περισσότερο από 13% αλλά η ισχύς και η παρουσία τους στο «κοινωνικό πεδίο» θα είναι πολλαπλάσια.

Επειτα από πολλές δεκαετίες η Αριστερά ενδέχεται να επιβεβαιώσει την παρουσία της στην ελληνική πολιτική σκηνή. Και αυτό στη σημερινή συγκυρία σημαίνει ενίσχυση του «αντιευρωπαϊκού μετώπου», μεγαλύτερες δυσχέρειες στη προώθηση των μεταρρυθμιστικών προσαρμογών επί των οποίων ομοφρονούν το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. στο πλαίσιο της Ενώσεως.

Επί σειράν ετών το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να διαχειρίζεται επιτυχώς τη ρητορεία της Αριστεράς και να ενσωματώνει με βραδύτητα αλλά εν πάση περιπτώσει σταθερά τη χώρα στις δομές της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Με τον επαναπατρισμό των ψηφοφόρων της Αριστεράς στα κόμματά τους έχει επισυμβεί μια σοβαρότατη ποιοτική αλλαγή. Η φυσική τάση της νέας ηγεσίας θα είναι να επαναβεβαιώσει τα ερείσματα του ΠΑΣΟΚ στην Αριστερά, αλλά είναι αμφίβολο εάν το επιτύχει τελικώς. Και επειδή ένα κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να είναι «απορριπτικό» των ευρωπαϊκών τάσεων και πολιτικών, η αντιπαράθεση του ΠΑΣΟΚ με τη Ν.Δ. θα γίνεται συνεχώς και πιο προσωπική, δηλαδή πολιτικά πιο βάρβαρη.

Τέλος, η είσοδος του ΛΑΟΣ στη Βουλή θα έχει επιπτώσεις ίσως στη Ν.Δ., μόνον που αυτές θα είναι ορατές στην επόμενη Βουλή, εάν φυσικά ο κ. Γ. Καρατζαφέρης κινηθεί πέρα από τα όρια της γραφικότητος. Ούτως ή άλλως, το τοπίο είναι άκρως ενδιαφέρον και ταυτοχρόνως εμφανίζει σημεία επικίνδυνης ρευστότητος.