ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ώρα του καπιταλισμού στο ποδόσφαιρο

Αν ρίχνατε μια γρήγορη ματιά στον αθλητικό και πολιτικό Τύπο της χθεσινής ημέρας, θα είχατε την αίσθηση ότι κάτι κοσμογονικό συνέβη στα ποδοσφαιρικά γήπεδα της χώρας το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε. Απλά, στη δεύτερη αγωνιστική του ελληνικού πρωταθλήματος (που από πέρυσι μετονομάστηκε σε Super League) σημειώθηκε ρεκόρ εισιτηρίων. «Κόπηκαν» συνολικά 80.923 εισιτήρια χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποιο μεγάλο ντέρμπι που να δικαιολογεί αυξημένη προσέλευση. Αντίθετα, διαχύθηκε στα περισσότερα γήπεδα της χώρας, με νούμερα που ξεπερνούν τα 5.000 εισιτήρια, ακόμα και σε λιγότερο εμπορικούς αγώνες (π.χ. Λάρισα – Απόλλων Καλαμαριάς).

Τα πέντε ή ακόμα και τα δέκα χιλιάδες εισιτήρια των ελληνικών γηπέδων μπορεί να φαντάζουν μέτρια επίδοση αν τα βάλουμε δίπλα στα νούμερα μέτριων, επαρχιακών ομάδων προηγμένων ποδοσφαιρικά χωρών όπως η Ιταλία ή η Ισπανία. Η σύγκριση με ανόμοια μεγέθη δεν είναι πάντα ο πιο ασφαλής δρόμος αλλά στην περίπτωση ενός περιφρονημένου και αναξιόπιστου πρωταθλήματος όπως το ελληνικό, η προσέλευση στα γήπεδα είχε κατρακυλήσει σε τόσο χαμηλά επίπεδα που μας υποσκέλιζαν πολύ μικρότερες, πληθυσμιακά, χώρες.

Ως επαγγελματίες καχύποπτοι έχουμε πολλούς λόγους να βαφτίσουμε ως συγκυριακή την άνοδο της προσέλευσης. Στην πραγματικότητα τα τελευταία δύο-τρία χρόνια συντελείται μία σιωπηρή επανάσταση στο ελληνικό ποδόσφαιρο από την οποία έχουμε πολλά να διδαχθούμε.

Αν και επαγγελματικό από το 1979, το ελληνικό ποδόσφαιρο ποτέ δεν κατόρθωσε να γίνει αυτό για το οποίο προοριζόταν: ένα ελκυστικό προϊόν, ικανό να συγκινήσει όσο το δυνατόν περισσότερους «πελάτες». Αθλιες υποδομές, σκοτεινό παρασκήνιο, συναλλαγές με το κράτος και τους πολιτικούς, διαιτητικά σκάνδαλα, παράγοντες που ελάχιστα έπειθαν για τις προθέσεις τους. Τα χρόνια περνούσαν και οι φίλαθλοι παρακολουθούσαν ένα έργο από το οποίο δεν έβγαζαν νόημα: στην υπόλοιπη Ευρώπη το ποδοσφαιρικό προϊόν αναβαθμιζόταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, νέα γήπεδα χτίζονταν, οι ομάδες-εταιρείες άρχισαν να έχουν πρωτοφανή κέρδη. Και στη χώρα τους οι δικές τους ομάδες παρακαλούσαν να ενταχθούν στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 44 προκειμένου να διαγραφούν συσσωρευμένα χρέη ετών. Και φυσικά όλο και λιγότεροι πήγαιναν σε γήπεδα-αχούρια για να παρακολουθήσουν μετριότατο θέαμα, συχνά θέτοντας σε κίνδυνο τη σωματική τους ακεραιότητα (ανεξέλεγκτα κρούσματα βίας).

Οταν λοιπόν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, μία νέα γενιά ποδοσφαιρόφιλων επιχειρηματιών (ανάμεσα τους και δύο πρώην ποδοσφαιριστές, ο Ντέμης Νικολαϊδης και ο Θοδωρής Ζαγοράκης) σκέφτηκαν το αυτονόητο: να μετατρέψουν τις ομάδες τους σε υγιείς, ανθηρές επιχειρήσεις, κι αν τα καταφέρουν, να βγάλουν και χρήματα.

Να βγάλεις χρήματα από το ποδόσφαιρο είναι σήμερα εκ των ουκ άνευ. Με την προϋπόθεση να δημιουργήσεις ένα προϊόν στοιχειωδώς ελκυστικό: να κατασκευάσεις νέα, ωραία, άνετα γήπεδα (αυτό έκανε ο Ολυμπιακός, αυτό ετοιμάζουν να κάνουν ο Παναθηναϊκός, η ΑΕΚ, η Λάρισα, ο Πανιώνιος, ο Ηρακλής), να επενδύσεις σε καλούς παίκτες, να απομονώσεις τους χούλιγκαν. Είναι τόσοι στην ουρά (κανάλια, σπόνσορες, κλπ.) που θα σου επιστρέψουν τα χρήματά σου διπλά και τριπλά. Απλοί κανόνες καπιταλισμού.