ΑΠΟΨΕΙΣ

Μόνοι στη σύνταξη

Για να κατανοήσουμε το ασφαλιστικό πρόβλημα, ας κάνουμε έναν «προσωπικό» υπολογισμό. Εστω λοιπόν ότι ο εργαζόμενος του παραδείγματός μας έχει μισθό «στην τσέπη» 1.000 ευρώ. Που σημαίνει πως η ακαθάριστη αμοιβή του είναι 1.274 ευρώ. Για τη σύνταξή του βάζει 330 ευρώ, μαζί με όσα βάζει ο εργοδότης του, μέρος κι αυτό της πραγματικής αμοιβής του κι ας μην το βλέπει. Ετσι, σε 35 χρόνια εργασίας δημιουργείται κεφάλαιο 162 χιλιάδων. Αυτό θα πάρει πίσω όταν βγει στη σύνταξη, χωρίς να υπολογίσουμε την αξιοποίησή του, με κατάλληλες κερδοφόρες τοποθετήσεις.

Το «προσδόκιμο ζωής», ο στατιστικός χρόνος αποχαιρετισμού των εγκόσμιων, είναι κοντά στα 80 χρόνια. Αν δηλαδή συνταξιοδοτηθούμε στα 60, τα 65 ή τα 67. Κατ’ αναλογία το συνταξιοδοτικό μας κεφάλαιο θα μοιραστεί στο διάστημα που μας απομένει να ζήσουμε. Αν το διάστημα αυτό είναι 20 έτη, η μηνιαία σύνταξή μας θα είναι μόλις 580 ευρώ. Αν το διάστημα είναι μικρότερο, το ποσό μπορεί να είναι μεγαλύτερο: στα 15 χρόνια αναλογούν 772 ευρώ και στα 13 χρόνια πάμε κοντά στα 900 ευρώ. Οποιοδήποτε ποσό μεγαλύτερο απ’ αυτό απαιτεί από κάποιον άλλο να προσθέσει χρήματα είτε στο κεφάλαιο του ασφαλιστικού μας ταμείου είτε στην τελική σύνταξη που θα πάρουμε.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως σε μια χώρα με χαμηλούς μισθούς, οι συντάξεις θα είναι χαμηλές. Προφανώς, η λύση δεν είναι να πάρει το κράτος χρήματα από τον προϋπολογισμό για να ενισχύσει τις συντάξεις. Ο,τι πάρει από εκεί, θα πρέπει να ζητήσει από τους φορολογούμενους να το πληρώσουν. Στην πράξη, βεβαίως, αυτό γίνεται τα πολλά τελευταία χρόνια. Και γίνεται ακόμη εντονότερα, αφού πολλοί είναι εκείνοι οι εργαζόμενοι που επιλέγουν να δουλέψουν μεροκάματα χωρίς κρατήσεις (κυρίως στην οικοδομή), ενώ πολλοί εργοδότες δίνουν δουλειά μόνον σε όσους δεν «απαιτούν» και την πληρωμή των ασφαλίστρων. Βεβαίως, είναι αλήθεια ότι αν πληρωνόντουσαν όλα τα μεροκάματα με κανονικές κρατήσεις, πολλά πράγματα θα κόστιζαν πολύ ακριβότερα σε σύγκριση με τα όσα πληρώνουμε σήμερα, αλλά αυτό είναι ένα άλλο πολύ ακανθώδες ζήτημα. Οπως και να ‘χουν τα πράγματα, πολλοί εργαζόμενοι φτάνουν στη σύνταξη με τον μικρότερο αριθμό ενσήμων, με αποτέλεσμα να βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας.

Ολες οι πολιτικές δυνάμεις έχουν δεσμευτεί να μην αυξήσουν το απώτατο όριο συνταξιοδότησης (65 έτη ηλικίας), ούτε τα ασφάλιστρα, κάτι που δεν το αντέχει και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας. Αρα, η λύση στο προφανές πρόβλημα είναι η δημιουργία δυνατοτήτων για μιαν ακόμη «δεξαμενή» συνταξιοδοτικού κεφαλαίου. Αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από την ιδιωτική ασφάλιση, όπου ο καθένας μας φροντίζει για τον εαυτό του. Κάτι τέτοιο όμως μπορούν να κάνουν μόνον όσοι έχουν καλύτερες αμοιβές. Αυτό ακριβώς θα συμβεί. Το κράτος θα εγγυηθεί την «κατώτατη» σύνταξη και, από εκεί και πέρα, θα μας αφήσει να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας.