ΑΠΟΨΕΙΣ

Πάλι για τη λέξη «συνωστισμός»

Στο σημείωμα της περασμένης Τετάρτης αναφερθήκαμε στον «συνωστισμό στο λιμάνι της Σμύρνης», κατά τις τραγικές μέρες του καλοκαιριού του 1922. Από την αρχή παραξενεύτηκα γιατί αυτή η λέξη, ο «συνωστισμός», προκάλεσε τόση «πατριωτική οργή» και τόση «εθνική» ανησυχία για «τα γράμματα που μαθαίνουν στα παιδιά μας». Πρόκειται για το πολύπαθο βιβλίο της Ιστορίας για την ΣΤ΄ τάξη του Δημοτικού.

Μέχρι τώρα δεν άκουσα ποτέ κανέναν να διαμαρτύρεται, να οργίζεται και να ανησυχεί για το τι Μαθηματικά, τι Φυσική και τι Χημεία «μαθαίνουν τα παιδιά μας». Οχι γιατί δεν υπάρχει πρόβλημα με τα αντίστοιχα «εγχειρίδια – τυφλοσούρτες» (υπάρχει μεγάλο και κρίσιμο), αλλά γιατί οι πλείστοι των ανησυχούντων γονέων δεν ξέρουν Μαθηματικά και Φυσική και δεν μπορούν να έχουν γνώμη. Ιστορία όμως όλοι «γνωρίζουμε» και όλοι θεωρούμε τον εαυτό μας αρμόδιο, με βαρύνουσα γνώμη. Με περίπου αυτήν την αφετηρία διαμορφώνεται η περιρρέουσα κοινωνική αντίληψη για την Ιστορία, με την οποία ένα εγχειρίδιο – τυφλοσούρτης οφείλει να συμβαδίζει, να προσαρμόζεται, να προσομοιάζει. Και από αυτήν την άποψη είναι ομολογουμένως… καταλυτικές οι «κριτικές» παρατηρήσεις της Ακαδημίας Αθηνών.

Αλλά τι ακριβώς είχε συμβεί τις αμέσως προηγούμενες μέρες (και λίγο παλαιότερα ακόμη), ώστε να φθάσουμε στη σφαγή, στην πυρπόληση και στον συνωστισμό της Σμύρνης;

Πριν ακόμη εκδηλωθεί η πολύ καλά οργανωμένη τελική επίθεση του Κεμάλ, που έφερε τα στρατεύματά του στη Σμύρνη, η βασιλική κυβέρνηση της Αθήνας είχε ενδόμυχα αποφασίσει να αποσύρει το εκστρατευτικό σώμα από τη Μικρά Ασία και να εγκαταλείψει στην τύχη τους τους Ελληνες κατοίκους της. Ακούστηκαν μάλιστα και φωνές, ότι αν όλους αυτούς τους αφήσουμε να έλθουν στην Ελλάδα… θα μας σφάξουν. Η αφανής, αλλά βεβαία αυτή απόφαση (υπάρχει πλήθος στοιχείων και μαρτυριών), διέρρεε υπογείως σε κουρασμένο μέτωπο 700 χιλιομέτρων και υπέσκαπτε καίρια και αποτελεσματικά το ηθικό του στρατεύματος. Στρατιώτες και αξιωματικοί έλεγαν: «Ολα τελείωσαν, θα πάμε στα σπίτια μας, αρκεί να μη σκοτωθούμε τις τελευταίες μέρες»!

Ετσι, όταν εκδηλώθηκε η τελική επίθεση του Κεμάλ, το «ισχυρότερο και εμπειροπόλεμο εκστρατευτικό σώμα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο» δεν μπόρεσε να κρατήσει το βάρος της επίθεσης ή, έστω, να υποχωρήσει συντεταγμένα, μεριμνώντας και για τους διωκόμενους Ελληνες κατοίκους. Τους εγκατέλειψε στους «Τσέτες» και την άγρια οργή τους… Το μέτωπο έσπασε και το μισοδιαλυμένο στράτευμα, σε μεγάλη αταξία, προσπαθούσε με κάθε τρόπο και μέσο να φτάσει στα λιμάνια των δυτικών ακτών και από εκεί να διαπεραιωθεί στα κοντικά ελληνικά νησιά.

Το νότιο μέτωπο, με ισχυρές ακόμη δυνάμεις, υποχωρώντας παρέκαμψε, δηλαδή εγκατέλειψε, τη Σμύρνη, όπου είχαν συρρεύσει και χιλιάδες διωκόμενοι της ενδοχώρας, και μέσω της Ερυθραίας έφτασε στο λιμάνι του Τσεσμέ και επιβιβάσθηκε στα πλοία. Από πουθενά δεν εξεδόθη διαταγή και δεν έγινε καμιά απολύτως προσπάθεια να προστατευθούν οι Ελληνες κάτοικοι της Σμύρνης και της γύρω περιοχής.

Αυτά και άλλα πολλά δεν τα γράφει το πολύπαθο βιβλίο της Ιστορίας, αλλά κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε γιατί δεν τα γράφει: Η «πατριωτική» μας οργή και η «εθνική ανησυχία» φτάνει ώς τη λέξη… «συνωστισμός». Ετσι, όμως, προέκυψε ο φονικός συνωστισμός στο λιμάνι της Σμύρνης, τον Σεπτέμβριο του 1922.