ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια πολιτική αντιπαράθεση ερήμην της κοινής λογικής…

Πράγματι, πρέπει να διερωτάται κανείς αν η πολιτική αντιπαράθεση των πολιτικών μας κομμάτων, από την άποψη του περιεχομένου, της ουσίας και της αξιοπιστίας, διεξάγεται ενώπιον ή ερήμην της κοινής γνώμης. Αν, δηλαδή, η εκατέρωθεν επιχειρηματολογία έχει ως στόχο να πείσει τον απλό πολίτη περί της ορθότητος των θέσεων κάθε πλευράς ή τον αγνοεί παντελώς, θεωρώντας τον άκριτο, αμνήμονα -αν όχι- και ευήθη. Το ερώτημα αυτό τίθεται εντονότερα κατά το μετεκλογικό τρίμηνο, κατά το οποίο έχουν ανοίξει τα μεγάλα προβλήματα του Ασφαλιστικού, της Παιδείας, της Δημοσίας Διοικήσεως και πρόσφατα της Ολυμπιακής. Και αφορά κατά κύριο λόγο τα δύο μεγάλα κόμματα, που διεκδικούν την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας και λιγότερο τα μικρότερα, τα οποία δεν έχουν, τουλάχιστον άμεση, προοπτική εξουσίας· οπότε και οι θέσεις τους δεν πρόκειται να τεθούν στη δοκιμασία της εφαρμογής -και προπαντός- της λυσιτελείας.

Και για να γίνω σαφέστερος. Μιλώντας την Τετάρτη στη Βουλή, ο κ. Γιώργος Παπανδρέου είπε ότι «υπάρχουν διαχρονικές ευθύνες» για το ναυάγιο της Ολυμπιακής. Η δήλωση δε αυτή θεωρήθηκε από τα ΜΜΕ ως σπάνιο δείγμα πολιτικής τόλμης και ειλικρινούς αυτοκριτικής, ως προς το «άσπιλο και ένδοξο» παρελθόν του ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή, μια αυτονόητη για κάθε Ελληνα πολίτη αλήθεια «εκλαμβάνεται» στις ημέρες μας ως ένδειξη υψηλού ήθους και πολιτικής ευθύτητος(!). Ομως, όπως επίσης γνωρίζουν όλοι οι Ελληνες, «διαχρονικές» είναι και οι ευθύνες για το ξεχαρβάλωμα της Δημοσίας Διοικήσεως, την κατάντια της Παιδείας, τη χρεοκοπία του Ασφαλιστικού κ.ο.κ. Οχι μόνον «διαχρονικές» αλλά προφανώς και ανισομερείς. Διότι, με ορόσημο το 1981, οπότε κατά κοινή διαπίστωση άρχισε η επιδείνωση όλων των παραπάνω προβλημάτων, το ΠΑΣΟΚ άσκησε την εξουσία επί δεκαοκτώ χρόνια, έναντι επτά της Ν.Δ.

Ας περιορισθούμε όμως στη «διαχρονικότητα» των ευθυνών, που ομολογεί, επιτέλους, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, με αφορμή το θέμα της Ολυμπιακής. Ποιο ήταν το «διά ταύτα» της ομιλίας του την περασμένη Τετάρτη στη Βουλή; Αντί μιας σαφούς, εφικτής και πειστικής αντιπροτάσεως, κατέφυγε, όπως το συνηθίζει τελευταία, σε μια «έκθεση ιδεών», για τη «διάσωση» της Ολυμπιακής και την περιφρούρηση των «δικαιωμάτων» των εργαζομένων (έστω και αν ορισμένα εξ αυτών συνιστούν προκλητικά προνόμια), διαμηνύοντας ταυτόχρονα, μέσω του κ. Ραγκούση, ότι το ΠΑΣΟΚ θα υιοθετεί εφεξής όλες τις αντιδράσεις των «θιγομένων» από τις λύσεις που προωθεί η κυβέρνηση στα ζέοντα προβλήματα της χώρας. Η στάση δε αυτή προσδιορίζεται με αμιγώς μικροκομματική σκοπιμότητα. Οπως διατείνονται οι εισηγητές της, με τον τρόπο αυτόν θα αποφευχθούν διαρροές προς τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ υπάρχουν και οι «σκεπτικιστές» του ΠΑΣΟΚ, που, με ανάλογα κριτήρια, φοβούνται ότι το «όχι σε όλα» απομακρύνει το κόμμα τους από τους ψηφοφόρους του λεγόμενου μεσαίου χώρου, οι οποίοι κρίνουν εν τέλει και το αποτέλεσμα των εκλογών…

Με άλλους λόγους, ουδείς στο ΠΑΣΟΚ φαίνεται να προβληματίζεται κατά πόσον τα όποια κριτήρια που διαμορφώνουν την αντιπολιτευτική τακτική του κόμματός τους εναρμονίζονται με την κοινή λογική και την υφιστάμενη πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται η πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Διότι, σύμφωνα με την κοινή λογική, η παραδοχή της «διαχρονικής» συνυπαιτιότητος για το «βεβαρημένο» παρελθόν των δύο μεγάλων κομμάτων επιβάλλει και τη συνυπευθυνότητα για την επίλυση των προβλημάτων. Η συναντίληψη της οξύτητος και των αιτίων των προβλημάτων, απαιτεί -πάντοτε κατά τον κοινό νου- και την υποχρέωση μιας στοιχειώδους, έστω, πολιτικής συναινέσεως για την επίλυσή τους.

Η πλειοψηφία του 80% που εκπροσωπούν τα δύο μεγάλα κόμματα είναι βέβαιον ότι δεν συμμερίζεται την ατολμία του εκάστοτε φορέα της εξουσίας, η οποία οφείλεται στο περιβόητο «πολιτικό κόστος». Και προπαντός δεν δικαιολογεί την κομματική καπηλεία των υφιστάμενων προβλημάτων από την εκάστοτε αξιωματική αντιπολίτευση. Τούτο τουλάχιστον κατέδειξε το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών, το οποίο αντέστρεψε τη «διαπίστωση» του κ. Γ. Παπανδρέου, ως προς «τη χειρότερη κυβέρνηση» των τελευταίων 10ετιών, σε βαρύ καταλογισμό του ΠΑΣΟΚ, ως της πλέον ανεύθυνης ή και επικίνδυνης αντιπολιτεύσεως.

Η ίδια κοινή λογική επιβάλλει στα δύο κόμματα εξουσίας σθεναρή στάση έναντι κάθε ακραίας αντιδράσεως κατά την εφαρμογή του εγκεκριμένου, από τη λαϊκή πλειοψηφία, κυβερνητικού τους προγράμματος. Διαφορετικά φθάνουμε στο σημείο η μειοψηφία να κυβερνά, με την πλειοψηφία υποτασσόμενη σε απαιτήσεις ομάδων πολιτών ή σε συνδικαλιστικά και συντεχνιακά συμφέροντα. Τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες στον χώρο της ανωτάτης παιδείας, με τη βιαία παρεμπόδιση της εφαρμογής της εκπαιδευτικής μεταρρυθμίσεως, εκ μέρους περιθωριακών μειοψηφιών σπουδαστών, τείνει να επικυρώσει το φαινόμενο αυτό. Το ίδιο συμβαίνει με την έμφοβη στάση της πανεπιστημιακής κοινότητος και γενικώς με τον εκπεσμό του συνδικαλιστικού θεσμού, ο οποίος, στις ημέρες μας, υπηρετεί κατά κανόνα μόνον ιδιοτελή και συντεχνιακά συμφέροντα, συστρατευόμενος με τις μειοψηφίες και υπονομεύοντας το όφελος του κοινωνικού συνόλου. Αλήθεια, ποια είναι η απήχηση και το κύρος, π.χ., της ΟΛΜΕ, η οποία απέδωσε τους βανδαλισμούς στο 7ο Λύκειο Παγκρατίου σε προβοκάτσια και σε απόπειρα σπιλώσεως των «μαθητικών αγώνων»; Ποιο είναι το αίσθημα ευθύνης των ίδιων αυτών συνδικαλιστών που απέφυγαν οποιαδήποτε «τοποθέτηση» στην προ 4ημέρου διαπίστωση του ΟΟΣΑ ότι το επίπεδο μαθήσεως των παιδιών μας κατολισθαίνει συνεχώς προς τις τελευταίες θέσεις της παγκόσμιας κλίμακας;

Τέτοια παραδείγματα συνδικαλιστικής κατάντιας και παχυλής ανευθυνοϋπευθυνότητας των «αρμοδίων» φορέων υπάρχουν σ’ όλους τους τομείς της κοινωνικής μας ζωής. Το δυστύχημα είναι ότι αυτόν τον εκπεσμό φοβάται να τον αποκαλύψει και να τον καταγγείλει δημοσίως η κυβέρνηση, ενώ η αντιπολίτευση επιχειρεί να τον «αξιοποιήσει» κομματικά…