ΑΠΟΨΕΙΣ

Διακρινοντας

Η εικόνα που προκύπτει από το δοκίμιο του Παναγιώτη Αγαπητού «Η ερωτική διήγηση στα μεσαιωνικά χρόνια» (Αγρα, σελ. 66) είναι εντυπωσιακή. Στην ίδια περίπου περίοδο -από τον 11ο ώς τον 15ο αιώνα- σε τρία τόσο διαφορετικά κοινωνικοπολιτισμικά περιβάλλοντα -στη γαλλονορμανδική Δύση, στο Βυζάντιο και στην αραβοπερσική Ανατολή- παράγονται αφηγηματικά κείμενα με θεμελιώδεις θεματικές και τεχνικές ομοιότητες. Πρόκειται για τις ερωτικές διηγήσεις που συνήθως χαρακτηρίζονται «μυθιστορήματα» ή «μυθιστορίες» καθώς και για μια σειρά από επικά αφηγήματα ηρωικών κατορθωμάτων: Στο Βυζάντιο συζητάμε για τα ερωτικά μυθιστορήματα της περιόδου των Κομνηνών («Ισμήνη και Υσμινίας», «Ροδάνθη και Δοσικλής», «Δροσίλα και Χαρικλής» και «Αρίστανδρος και Καλλιθέα»), για την έμμετρη χρονογραφία του Κωνσταντίνου Μανασσή και για το έπος του Διγενή Ακρίτα. Στη Δύση, για τα αρχαιόθεμα μυθιστορήματα που πραγματεύονται τη μυθολογική ιστορία της αρχαίας Θήβας, τον Τρωικό Πόλεμο και τις περιπέτειες του Αινεία, για τη μυθιστορηματική χρονογραφία των Πλανταγενετών και για τα ηρωικά άσματα του Ρολάνδου και του Γκιγιόμ. Και στην Ανατολή, για τα ερωτικά μυθιστορήματα που ανασυγκροτούν το ιστορικό παρελθόν της προϊσλαμικής Περσίας («Η Βαρκέ και ο εξάδελφός της Γκουλσά», «Ο εραστής και η Παρθένος» και «Η βασίλισσα Βις και ο πρίγκιπας Ραμίν»), για το μυθιστορηματικό έπος των βασιλέων της Περσίας καθώς και για την πεζή επική αφήγηση των Αράβων που σε συμμετρική αντιστοιχία προς τον Διγενή Ακρίτα περιγράφει τις αραβοβυζαντινές συγκρούσεις της Μικράς Ασίας. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των προαναφερθέντων κειμένων που γράφονται από τις αρχές του 11ου μέχρι τα μέσα περίπου του 12ου αιώνα, είναι η μυθιστοριοποίηση της ιστορίας, η οποία προκύπτει ως αποτέλεσμα κοινωνικών και ιδεολογικών διεργασιών που εν μέρει μοιάζουν. Και αυτό διότι πραγματοποιούνται μέσα σε πολιτικά συστήματα τα οποία χαλαρώνουν και αλλάζουν καθώς αρχίζουν να αντικαθίστανται από καινούργιες δομές εξουσίας. Η παράλληλη λογοτεχνική παραγωγή που σημειώνεται σε τόσο μακρινές μεταξύ τους γεωγραφικές και πολιτισμικές ενότητες αναδεικνύει, όπως παρατηρεί ο Αγαπητός, σειρά συγκλίσεων στον τρόπο της σκέψης και της καλλιτεχνικής έκφρασης του μεσαιωνικού κόσμου.

Και η παραλληλία αυτή συνεχίζεται. Διότι στους επόμενους αιώνες, από τον 13ο ώς τον 15ο αιώνα γράφονται τα βυζαντινά ερωτικά μυθιστορήματα «Λίβιστρος και Ροδάμνη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα», «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», «Αχιλληίδα», «Φλώριος και Πλατσιαφλώρη», «Σεμίραμη και Αλέξανδρος», «Ιμπέριος και Μαργαρώνα» – ανώνυμες διηγήσεις που συντίθενται στην Κωνσταντινούπολη, τη Νίκαια, την φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησο, την ενετοκρατούμενη Κρήτη αλλά και την οθωμανοκρατούμενη Θράκη, σε δημώδη γλώσσα και δεκαπεντασύλλαβο, σ’ ένα φαινομενικά σύγχρονο περιβάλλον με Φράγκους, Βυζαντινούς και Αραβες, με ήθη και έθιμα βυζαντινά και φράγκικα. Ομοίως, στα τέλη του 10ου αιώνα, ο κορυφαίος λόγιος του Μεσαίωνα Κρετιέν ντε Τρουά συγγράφει τα πέντε έμμετρα μυθιστορήματα «Ερέκ και Ενίντ», «Κλιζές», «Λανσελότ», «Υβαίν» και «Παρσιφάλ» στα οποία θα συγκεράσει τα ηρωικά άσματα, τις αρχαιόθεμες αφηγήσεις και τον λυρικό λόγο των τροβαδούρων προκειμένου να ανασυνθέσει τον λογοτεχνικό κόσμο μιας ιδεώδους χριστιανικής ιπποσύνης. Και όπως ο άγνωστος Βυζαντινός τοποθετεί την υπόθεση του «Λίβιστρος και Ροδάμνη» σ’ ένα λατινικό σκηνικό, ο Κρετιέν ντε Τρουά θα στήσει την ιστορία του μυθιστορήματός του «Κλιζές» στο Βυζάντιο. Την ίδια περίοδο ο κορυφαίος της περσικής μεσαιωνικής ποίησης Νιζαμί δημιουργεί πέντε έμμετρες συνθέσεις με κεντρικό θέμα του την αναζήτηση της μυστικής γνώσης μέσα από τον έρωτα, την ενατένιση του Θεού ή, ακόμα, και την άρνηση της εγκόσμιας βασιλείας. Σε αντίθεση όμως προς τον Κρετιέν ντε Τρουά, που επιλέγει αποκλειστικά ένα θρυλικό παρελθόν μέσω του οποίου παρουσιάζει τη δική του εικόνα της ιδεώδους ιπποσύνης, ο Νιζαμί αξιοποιεί, διαφορετικά κάθε φορά ιστορικά πλαίσια όπως τη Μεδίνα του Προφήτη Μωάμεθ, την Περσία των Σασανιδών και την προϊσλαμική Αραβία των Βεδουίνων.

Διαπιστώνουμε έτσι, παρατηρεί ο Αγαπητός, ότι στα τέλη του 12ου αιώνα στο «Κλιζές» κατασκευάζεται με μια ισχυρή δόση υπονομευτικής ειρωνείας και για πρώτη φορά στη δυτική λογοτεχνία, ένας εξωτικός οριανταλισμός καθώς η ρευστή γεωγραφία του μυθιστορήματος τοποθετείται στην Κωνσταντινούπολη. Και αντίστοιχα το «Λίβιστρος και Ροδάμνη» αποτελεί το πρώτο και μοναδικό δείγμα στη μεσαιωνική λογοτεχνία ενός εξωτικού «οξιντανταλισμού». Και οι τρεις άλλωστε ποιητές, Τρουά, Νιζαμί και ο Βυζαντινός δημιουργός του «Λίβιστρος και Ροδάμνη» εκφράζουν συνειδητά την εμπιστοσύνη τους στη δύναμη του ποιητικού τους ταλέντου. Και μόνο προς τα τέλη του βυζαντινού 14ου αιώνα θα σημειωθεί ένας διαχωρισμός ποίησης και ιστορίας καθώς μέσα σε περιόδους σκληρών εμφύλιων συγκρούσεων, διηγήσεις όπως η «Αχιλληίδα» και το «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη» θα αναζητήσουνη διαφυγή στον ουτοπικό κόσμο του έρωτα.