ΑΠΟΨΕΙΣ

Η μυθική Ωγυγία

Σ λένε ότι οι Ιταλοί είναι θορυβώδεις και πολυλογάδες. Στους Λειψούς, που οι τουριστικοί οδηγοί τούς ταυτίζουν με τη μυθική Ωγυγία, το νησί της Καλυψώς, οι σφυγμοί πέφτουν τόσο πολύ, ώστε ακόμη κι οι Ιταλοί χάνουν τη λαλιά τους.

Σ’ αυτές τις κουκκίδες της Δωδεκανήσου, η φύση ανέξοδα προσφέρει ηρεμία. Τοπίο και άνθρωποι ακτινοβολούν. Περίπου 650 οι κάτοικοι μιλούν για τη Λειψώ τους, το μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος, χωρίς ίχνος δουλοπρέπειας προς τον τουρισμό που αφήνει χρήμα κι ανεπιτήδευτα είναι ευγενικοί με τους ξένους. Αρκεί να τους ακούσεις να μιλάνε για να φτιάξει το κέφι σου και να σου γίνει συνήθεια να στήνεις αυτί. «Πήγα τον χοντρό μου στο γιατρό, αλλά μού είπε ότι θα ζήσει» έλεγε μία από τις Μαρκέλλες (είναι το πιο πολυακουσμένο όνομα στο νησί) στη φίλη της, αναφερόμενη, γελώντας, στον άντρα της.

Οι Ιταλοί καταφθάνουν από τη Σάμο ή από την Κω. Οι μετανάστες που έρχονται για τις διακοπές τους από την Αυστραλία συμπεριφέρονται συχνά σαν να είναι στην Ελλάδα του ’70. Τα ελληνικά ακούγονται αραιά και πού. Κι όταν ακούγονται δεν εκνευρίζουν. Κανείς δεν μιλά για χρήματα, για οικόπεδα, για ακίνητα, για μικροπολιτική. Οι διασημότητες που θα φτάσουν με ένα σκάφος στο νησί δεν προκαλούν το ενδιαφέρον και οι καλύτερες παρέες γίνονται μεταξύ αγνώστων.

Ακόμη κι o παλιός σφουγγαράς που έχει πλάσει τον δικό του εχθρό (για τον δήθεν ανταγωνιστή που πουλά κρυφά σφουγγάρια από τις Φιλιππίνες) στην ελληνοϊταλική προωθεί το εμπόρευμά του «Σφουγγάρια καλύμνικα, pura naturale, εγώ ο Giorgio δίνω garanzia 5 χρόνια».

Οι Ιταλοί ανακάλυψαν τη Λειψώ αρκετά χρόνια πριν γίνει γνωστή στο πανελλήνιο από το βαμμένο ροζ σπίτι του Γιωτόπουλου. Σήμερα πάλλευκο, δύσκολα ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα. Ομως όλο και κάποιος θα βρεθεί να πει μια ιστορία για την «casa del terrorista» αν και οι Ιταλοί δείχνουν αδιάφοροι για το αξιοθέατο.

Μόνο οι Ελληνες θα σπεύσουν να απαθανατίσουν φωτογραφικά το σπίτι, παρόλο που κι αυτοί σύντομα θα αφεθούν στις εικόνες του νησιού που έχουν παγώσει τον χρόνο. Ο ψαράς που πλένει τα σαγόνια του μοσχαριού στη θάλασσα του Κάμπου «γιατί ο καλός μεζές θέλει πολλή δουλειά».

Το μαγαζί ρούχων στο αυτοκίνητο που γυρνώντας στα στενά του λιμανιού θυμίζει ότι κάποτε υπήρξε ένα αξιοπρεπές Datsun. Το υποκοριστικό «Μπερίσα» που χρησιμοποιούν οι ντόπιοι για τον δήμαρχο. Οι δεκάδες ψαρόβαρκες που ομολογούν τους τελευταίους αληθινούς ψαράδες. Ο παππούς μιας άλλης Μαρκέλλας που μαζεύει καρπούς από τη συκιά του για να τα χαρίσει στους τουρίστες. Αλλά κι οι μικρές παρανομίες που σε κάνουν να γελάς.

«Νο camping» προειδοποιούσε η πινακίδα στην Κατσαδιά κι από πίσω της δεκάδες σκηνές… έκλειναν πονηρά το μάτι.