ΑΠΟΨΕΙΣ

Αραβες ή Βυζαντινοί έφεραν την αρχαία γνώση;

Ποιες είναι οι σχέσεις του Χριστιανισμού με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό είναι θέμα που συζητιέται επί αιώνες και διαφαίνεται ότι υπάρχει συνολική απάντηση προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Το ίδιο θέμα επανέρχεται κάθε τόσο με άγαρμπες έως παντελώς ανόητες επεμβάσεις της επίσημης χριστιανικής Εκκλησίας, όπως η απαίτηση να λογοκριθεί το φιλμάκι του σκηνοθέτη Γαβρά για το νέο Μουσείο της Ακρόπολης (και προς στιγμήν πράγματι λογοκρίθηκε) και όπως η από άμβωνος διδασκαλία ότι τα σκεύη της Θείας Κοινωνίας, τα οποία ποτέ δεν πλένονται και ποτέ δεν απολυμαίνονται, είναι εντούτοις απρόσβλητα από τον ιό της γρίπης, λες και η ενσάρκωση του Θείου Λόγου, την οποία συμβολίζει η Θεία Κοινωνία, ήρθε να καταργήσει τους φυσικούς νόμους και μόνο γι’ αυτό. Ξέρω ότι θα απαντήσουν με περικοπές του Ευαγγελίου, με τη γνωστή στρεβλωτική ερμηνεία αλληγορικών κειμένων.

Εν τούτοις, η χριστιανική Εκκλησία δεν έχει ανάγκη να απολογείται για τις σχέσεις της με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Από την πρώτη στιγμή οι σχέσεις αυτές υπήρξαν πλούσιες αλλά και αντιφατικές, που πάντα έχουν ανάγκη μελέτης και αποκάλυψης και ποτέ δογματικής απολογίας. Το γεγονός ότι τα Ευαγγέλια, τουλάχιστον τα τρία, στη μορφή που τα γνωρίζουμε σήμερα, μας παραδόθηκαν στα ελληνικά, μαρτυρεί ότι ο Χριστιανισμός βρήκε τον αρχαίο ελληνικό κόσμο στην ύστερη φάση του, σε παρακμή ίσως, αλλά ακόμη ζωντανό. Και αναζήτησε σε αυτόν τη γλώσσα και τη γνώση για να επικοινωνήσει το Νέο Μήνυμα. Αργότερα μιλήσαμε για πνευματική ώσμωση και τη διαμόρφωση ενός μεικτού σχήματος που το ονόμασαν «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός». Τραγέλαφος, στον οποίο ο λιθοβολισμός της Υπατίας, Ελληνίδας φιλοσόφου και μαθηματικού, από φανατικούς χριστιανούς της Αλεξάνδρειας προσέδωσε φρικιαστική μορφή.

Το 2008 κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα βιβλίο, που τάραξε τα νερά και προκάλεσε πολλές συζητήσεις, ακόμη και διαμάχες. Συγγραφέας ο Συλβαίν Γκουγκενέμ (Sylvain Gouguenheim) καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας. Τίτλος του βιβλίου «Ο Αριστοτέλης στο Μον-Σαιν Μισέλ» με τον περισσότερο εύγλωττο υπότιτλο «Οι ελληνικές ρίζες της χριστιανικής Ευρώπης». Μεταφράστηκε στα ελληνικά και κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάιο από τις εκδόσεις ΟΛΚΟΣ.

Το βιβλίο είναι αυστηρά επιστημονικό: διατυπώνει μία – δύο θέσεις και το μεγαλύτερο μέρος, ίσως το 95%, αφιερώνεται στην τεκμηρίωσή τους με εκτεταμένη και επίπονη έρευνα. Η χρονική περιοχή της έρευνας εκτείνεται από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα, χωρίς ωστόσο αυστηρούς περιορισμούς, που θεωρούνται οι πιο σκοτεινοί για τη Λατινογενή Ευρώπη και συμπίπτουν με τους πιο φωτεινούς του Ισλαμοαραβικού κόσμου. Φαίνεται όμως ότι ούτε η Ευρώπη ζούσε την πιο σκοτεινή της περίοδο ούτε η ισλαμοαραβική ακμή υπήρξε τόσο φωτεινή όσο πιστέψαμε αργότερα.

Εκείνο που αμφισβητεί ο καθηγητής Γκουγκενέμ είναι το μέχρι σήμερα κυρίαρχο στη Δύση σχήμα ότι η λατινική Ευρώπη είχε εντελώς αποκοπεί από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, από τη γνώση και τη φιλοσοφία. Αρχισε να ξανασυνδέεται μαζί του όταν με την επανακατάληψη της Ισπανίας ήρθε σε επαφή με αρχαία ελληνικά συγγράμματα, κυρίως του Αριστοτέλη, μεταφρασμένα από τους Αραβες στα λατινικά. Η επαφή αυτή θεωρείται ακόμα ότι ήταν ο ηλεκτρικός σπινθήρας που πυροδότησε τη μεγάλη πυρκαγιά της Αναγέννησης.

Είναι απορίας άξιο πώς και γιατί επικράτησε αυτό το σχήμα. Αναμφίβολα η Αναγέννηση εμπεριέχει την αναδρομή στον αρχαίο κόσμο, ελληνικό και ρωμαϊκό, αλλά είναι μάλλον εύκολο να πιστέψουμε ότι αρκούσαν μερικές μεταφράσεις αρχαίων συγγραμμάτων που βρέθηκαν στην Ισπανία για να προκαλέσουν την Αναγέννηση. Προηγήθηκαν, φαίνεται, άλλες διαδικασίες κατά τους «σκοτεινούς αιώνες» που έκαναν την Αναγέννηση επείγουσα ανάγκη ζωής και σκέψης, από κάθε άποψη. Το Ισλαμοαραβικό σχήμα, που σήμερα για λόγους «πολιτικής ορθότητας» δεν τολμούμε να θίξουμε, φαίνεται ότι προέκυψε από τον ρομαντικό και βαθύτατα αντιδιαφωτιστικό οριενταλισμό του 19ου αιώνα, στον οποίο κατά μεγάλο μέρος φαίνεται ότι οφείλουμε και την ευρωπαϊκή συμπάθεια στη δική μας Επανάσταση του 1821.

Για να ξαναγυρίσουμε στον Γκουγκενέμ. Η επαφή, περισσότερο των Αράβων και λιγότερο του Ισλάμ, με την αρχαία γνώση και φιλοσοφία ήταν σπουδαίο γεγονός για τους ίδιους τους Αραβες και τη μεγάλη τους ακμή. Πολύ λιγότερο όμως για την Ευρώπη και την Αναγέννησή της. Και το σημαντικότερο, ο χριστιανικός κόσμος της Ανατολής δεν έχασε ποτέ την οργανική του σχέση με την αρχαία γνώση και φιλοσοφία και δεν έπαψε ποτέ να διοχετεύει στη λατινική Δύση τις εμπειρίες του. Ο Αριστοτέλης και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς ήταν γνωστοί και μεταφρασμένοι στα λατινικά, δεκάδες χρόνια πριν ανακαλυφθούν οι αραβικές μεταφράσεις.

Η ανάπτυξη του Γκουγκενέμ είναι λεπτομερής, εκτείνεται σε όλη τη γεωγραφική περιοχή όπου διαμορφώθηκαν τα σημεία επαφής των χριστιανών και των Αράβων με την αρχαία γνώση και φιλοσοφία. Αναφέρεται σε εκατοντάδες ονόματα και σε χιλιάδες περιστατικά, τα οποία αναδεικνύουν τον καίριο διαμεσολαβητικό ρόλο του Βυζαντίου και των ανατολικών επαρχιών του, ιδίως των χριστιανών της Συρίας, ακόμη και μετά την αραβική κατάκτηση. Τα χριστιανικά μοναστήρια από την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία και την Κωνσταντινούπολη ώς το Μον-Σαιν Μισέλ της βόρειας Γαλλίας, όπου ο Ιάκωβος της Βενετίας μετέφρασε πριν από τους Αραβες ολόκληρο τον Αριστοτέλη, εξελίχθηκαν σε κέντρα αντιγραφής, μετάφρασης και μελέτης αρχαίων ελληνικών συγγραμμάτων. Και το πιο σημαντικό, τα μοναστήρια αυτά εξελίχθηκαν, με το πέρασμα του χρόνου, σε κέντρα συνάντησης και επικοινωνίας μιας πανευρωπαϊκής διανόησης, θρησκευτικής στην αρχή, που φαίνεται, όμως, ότι ήταν η πρώτη εκρηκτική ύλη για τη μεγάλη έκρηξη της Αναγέννησης.